Για κάποιους είναι η «Κόρη της Φωτιάς», για άλλους η μούσα του Αλμοδόβαρ, η σύγχρονη βασίλισσα του φλαμένκο, η γυναίκα που στη φωνή της συγκεντρώνει όλη τη μουσική του κόσμου, η «φωνή της ελευθερίας», η αμετανόητη ρομαντική που με κάθε ευκαιρία φωνάζει «Θέλω την αιωνιότητα!».
Στην πραγματικότητα, αυτή η τραγουδίστρια, με ρίζες από την Ισημερινή Γουινέα, είναι στα 44 της χρόνια μια ερμηνεύτρια με σπάνια προσόντα, που καμαρώνει για τα χρόνια που έκανε την μπέιμπι σίτερ, που δεν φοβάται να πει ξεκάθαρα ότι είναι μπαϊσέξουαλ και ανύπαντρη μητέρα, που γελά δυνατά, που δηλώνει θαυμάστρια του Ντέιβιντ Κάμερον, που μπορεί να κάνει κομμάτια οποιονδήποτε ακροατή, που υπερασπίζεται ένα εντελώς προσωπικό τραγουδιστικό στιλ, που στο ipod της έχει Pink Floyd και Σαβέλα Βάργκας.
Οσοι την ανακάλυψαν μετά την πρώτη εμφάνισή της στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2008, αλλά και όσοι ακόμα αναρωτιούνται γιατί αυτό το κορίτσι με τον πηγαίο αισθησιασμό είναι περιζήτητο από τον Τσούτσο Βαλντέζ και τον Τσικ Κορία μέχρι την Ανούσκα Σανκάρ και τον Πατ Μέθενι έχουν μια δεύτερη ευκαιρία να την ακούσουν: την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου έρχεται για μια μοναδική συναυλία στο Ηρώδειο (παραγωγή του Gazarte).
Και μάλιστα τα τραγούδια της θα ακουστούν σε συμφωνική εκδοχή, καθώς θα τη συνοδεύσει η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (μαζί με τους τρεις μουσικούς της σε κιθάρα, μπάσο και καχόν). Tη μουσική διεύθυνση έχει αναλάβει ο μαέστρος Toni Cuenca (γνωστός από τις συνεργασίες του με τους Πάκο ντε Λουτσία, Χόρχε Πάρντο, Istanbul Opera Orchestra, Συμφωνική της Βαρκελώνης).
Γεννήθηκε το 1972 στην Πάλμα δε Μαγιόρκα από γονείς που κατάγονταν από την Ισημερινή Γουινέα. Ηταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας, η οποία εκτός από τη φτώχεια είχε να αντιμετωπίσει και τις δυσκολίες τού να μεγαλώνεις σε μια γειτονιά λευκών.
Στα εννέα της, η φυγή του πατέρα από το σπίτι πολλαπλασίασε τα προβλήματα (τον ξαναείδε έπειτα από 26 χρόνια που χτύπησε την πόρτα της μητέρας της για να της πει ότι πεινάει).
Η Buika σε μια εξομολογητική συνέντευξη στην «Γκάρντιαν» είχε πει πως o μπαμπάς της δεν θυμόταν καν το όνομά της όταν επέστρεψε καθώς στα χρόνια της απουσίας του πρέπει να είχε κάνει περί τα 15-20 παιδιά. «Ομως, εμείς είμαστε Αφρικανοί, αγάπη μου. Δεν είχαμε καν εκπαίδευση και την Καθολική θλίψη της Δύσης. Δεν πιστεύω στη θλίψη. Ακόμα κι όταν κλαίω, το διασκεδάζω», σχολίασε τότε.
Εμπειρίες, βιώματα, πικρίες και μικρές καθημερινές νίκες έγιναν το όχημά της. Ενώ τα τραγούδια της είναι ένα σπάνιο μείγμα όπου συνυπάρχουν όλες της οι επιρροές. Μπορεί να περνά με απόλυτη φυσικότητα από το φλαμένκο στην τζαζ, από τη σόουλ στους ρυθμούς της αφρικανικής ηπείρου, να είναι μεθυστική και συναρπαστική, θλιμμένη και διονυσιακή.
Στη σκηνή είναι καθηλωτική, οι δίσκοι της φιγουράρουν πάντα στις υποψηφιότητες των σημαντικών βραβείων, οι κριτικοί συχνά τη συγκρίνουν με την Εϊμι Γουάινχαουζ, την Εντίθ Πιαφ, την Μπίλι Χολιντέι, τη Σεζάρια Εβόρα.
Συνθέτρια, ερμηνεύτρια, παραγωγός, ποιήτρια και περήφανη μητέρα ενός γιου που δοκιμάζεται στη φωτογραφία, η Buika ξεκίνησε την καριέρα της παίζοντας ντραμς και μπάσο σε συγκροτήματα, αλλά γρήγορα στράφηκε στο τραγούδι καθώς -όπως παραδέχεται- «στην Ισπανία κανείς δεν ήθελε μια γυναίκα ντράμερ».
Εμφανίστηκε στα κλαμπ της Μαδρίτης στα τέλη του ’90, ενώ στη δισκογραφία έκανε ποδαρικό το 2000 με το άλμπουμ «Mestizüo».
Στην ουσία οι «πραγματικές» συστάσεις έγιναν πέντε χρόνια μετά με τον δίσκο «Buika» και τον αμέσως επόμενο «Mi Niña Lola» του 2006. Ακολούθησε η περίφημη τριλογία δίσκων -σε παραγωγή του Χαβιέ Λιμόν- «Mi niña Lola» (2006), «Niña de fuego» (2008) στο οποίο για πρώτη φορά μελοποίησε ποιήματά της και «El ultimo trago» (2009), όπου συνεργάστηκε με τον Τσούτσο Βαλντέζ.
Το 2011 ο Πέδρο Αλμοδοβάρ τής ζητά να κάνει ένα μικρό πέρασμα από την ταινία του «Το δέρμα που κατοικώ» και συγχρόνως να ερμηνεύσει δύο από τα κομμάτια του σάουντρακ. Τέσσερα χρόνια μετά, ένας αστέρας της τζαζ, ο Πατ Μέθενι, την παίρνει από το χέρι και ηχογραφούν στη Νέα Υόρκη το «La Noche Mas Larga» όπου εκτός από δικές της συνθέσεις δοκιμάζεται σε τραγούδια «ύμνους» όπως τα «Don’t Explain», «Ne Me Quitte Pas» και «Siboney».
Ωρα έναρξης: 21.00. Τιμές: 10 ευρώ ανέργων, φοιτητικά, 23 ευρώ Ανω Διάζωμα, 30 ευρώ Γ Ζώνη, 43 ευρώ Β Ζώνη, 53 ευρώ Α Ζώνη, 70 ευρώ Διακεκριμένη.
