Πάντοτε με γοήτευαν οι παλιακές ιστορίες. Τι με γοήτευαν; Με καθήλωναν. Τι με καθήλωναν;
Γίνονταν ένα με το παλιακό είναι μου, μιλούσαν στην καρδιά μου, με κέρδιζαν ολοσχερώς! Το χάρισμα του λόγου, η ευγένεια εποχής, οι λεπτοί τρόποι ακόμη και ανθρώπων χωρίς αριστοκρατική καταγωγή με συνάρπαζαν τότε, σήμερα και για πάντα.
Ακόμη και διάλογος ανάμεσα σε «Κατίνες Μπυθουλέες» (αν ενθυμείσθε την περίφημη ρήση της Μαντάμ Σουσούς στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ψαθά) φέρει πάνω του μία εξεγερτική γλύκα. Διότι περί εξεγέρσεως πρόκειται.
Η γλώσσα δεν είναι ποτέ αθώα. Απ’ όπου κι αν προέρχεται ενυπάρχει μέσα της, εκ γενετής, μία δυναμική εν ελευθερία που έχει την ικανότητα, η άτιμη, να μετασχηματίζεται με μία και μόνη αλλαγή τόνου.
Δημιουργεί εικόνες, φορτίζει -θετικά ή αρνητικά- την ατμόσφαιρα και είτε συμμετέχεις στον διάλογο είτε όχι, γίνεσαι, θες-δεν θες, συνεργός στην απολύτως εκ προθέσεως «εγκληματική» φύση της γλώσσας.
Η γλώσσα δημιουργεί και η δημιουργία είναι δεόντως επικίνδυνη κυρία. Εμπλέκεται ανοιχτά σε μια πάλη σώμα με σώμα με την Ιστορία. Και μετά την Ιστορία, παίρνει σβάρνα και άλλες συμμαθήτριές της: τη δημοκρατία, την ελευθερία, τη φιλοσοφία…
Τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι κονταροχτυπήθηκαν προσπαθώντας να εξηγήσουν τι σημαίνει να «σημαίνει» κάτι.
Αναλυτικοί φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, ακόμη και νευροεπιστήμονες ψάχνουν να βρουν την προέλευση της σημασίας, να καταλάβουν τι συμβαίνει κατά την επικοινωνία και πώς αυτή χρησιμοποιείται σε κοινωνικό επίπεδο. Και δω μπαίνουν στο παιχνίδι και οι πολιτικοί φιλόσοφοι, τελευταίως δε και οικονομολόγοι, ακόμη και τραπεζίτες.
Διότι, σου λένε, εμείς που είμαστε οι θεματοφύλακες της τάξης και της ηθικής (στην αλγοριθμική τους λογική, αυτό αντιστοιχεί στη μεγιστοποίηση του κέρδους και την ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής, εργασίας κ.λπ.) δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε κάθε «Κατίνα Μπυθουλέα» να ορίσει από μόνη της τι θα μπαίνει και τι θα βγαίνει από το στόμα της, διότι αυτό επηρεάζει τους παραπάνω παράγοντες ελέγχου και εποπτείας. Τουτέστιν, θα ορίζουν αυτοί τι τρως και πώς μιλάς. Και κυρίως πώς θα «τρως» αμαχητί όλα όσα σου λένε να λες ή σου λένε -σκέτο.
Πρόσεχε τώρα πώς συνδέονται τα ασύνδετα: τη δεκαετία του 1960 η βιομηχανία της ζάχαρης είχε δώσει σε τρεις επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ δεκάδες χιλιάδες δολάρια για να εκδώσουν έρευνα που να αποσυνδέει την καρδιοπάθεια από τη ζάχαρη.
Πιο πρόσφατα, για να μην κατηγορηθώ πως αναλώνομαι σε παλιακές ιστορίες που με συναρπάζουν, το 2015, οι New York Times έβγαλαν στη δημοσιότητα ότι η Coca Cola είχε ξοδέψει εκατομμύρια δολάρια για να συγκαλύψει το γεγονός ότι η υπερκατανάλωση ζάχαρης συνδέεται με την παχυσαρκία.
Το τι τρώμε με το τι «τρώμε» πλαγιάζουνε παρέα. Δεν ήταν τρελός ο Φουκώ όταν ήδη από τη δεκαετία του ’70 μιλούσε για «βιοπολιτική». Ο όρος βέβαια εκτείνεται και σε λημέρια πέραν της διατροφής, αλλά δεν είναι του παρόντος.
Το ζήτημα είναι πως η γλώσσα, πέραν των γευστικών απολήξεων, φέρει και πολιτικές. Τρανό παράδειγμα, ο γνωστός, πλέον σε όλους μας, δήμαρχος Ωραιοκάστρου. «Νομικά δεν μπορεί να γίνει τίποτα», είπε, αγορεύοντας για το πώς να διώξουν τα παιδιά των προσφύγων από τα σχολεία της πόλης.
«Αρα μου λες να πάω ν’ ανοίξω κεφάλια;» ρωτάει πολίτης. «Μπράβο» απαντά. Την ίδια στιγμή -την ίδια όμως- τόσο ο δήμαρχος όσο και ο πολίτης δήλωναν πως μακριά η λέξη «φασίστας» και «ρατσιστής» από αυτούς.
Τους άκουγα και θυμήθηκα ένα διάλογο μπυθουλέικο της γειτονιάς μου, που αποδεικνύει περίτρανα τα άνωθεν (καθότι, την αλήθεια τη σωστή, η γειτονιά θα σου την πει). Τα ‘χε πάρει η κυρία του απέναντι σπιτιού, ένεκα ώρα τρεις μεταμεσονυχτίως και ο σύζυγος άφαντος. Καλοκαίρι ήταν, όλα ακούγονταν.
Ερχεται κάποια στιγμή το απολωλός και του λέει η εν λόγω: «Τι να σου κάνω που θέλω να φανώ κυρία και δεν θα σε ρωτήσω ούτε πού στο διάολο ήσουνα ούτε τι στα κομμάτια έκανες!».
