Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με μια αναπάντεχη απόφαση, που όχι μόνο ζημιώνει άμεσα οικονομικά το ελληνικό Δημόσιο, αλλά ταυτόχρονα βαθαίνει και το ρήγμα εμπιστοσύνης απέναντι στα πολιτικά πρόσωπα της χώρας, το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε οριστικά και αμετάκλητα ότι το πρόστιμο των 375.329,08 ευρώ που επιβλήθηκε αρχικά στον πρώην αντιπρόεδρο της Βουλής Αλέξη Μητρόπουλο έχει παραγραφεί.

Με την απόφαση αυτή το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας από τη μία λέει ουσιαστικά «μέχρι εδώ» στην τακτική του υπουργείου Οικονομικών να παρατείνει συνεχώς τον χρόνο παραγραφής των φορολογικών παραβάσεων, αλλά παράλληλα ανοίγει τον δρόμο της άφεσης αμαρτιών για χιλιάδες «αμελείς» φορολογούμενους που έχουν δεχθεί φορολογικούς ελέγχους, είτε επειδή περιλαμβάνονται τα ονόματά τους σε διάφορες «λίστες» είτε διότι… ξέχασαν να δηλώσουν κάποιο εισόδημά τους, και τους έχουν επιβληθεί ήδη υψηλά πρόστιμα.

Σημειώνεται ότι ο Α. Μητρόπουλος είχε προσφύγει στο ΣτΕ και ζητούσε να αναιρεθούν δύο αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου (677/2015 και 3792/2015), που απέρριπταν την προσφυγή του κατά της υπ’ αριθμ. 482/2013 πράξης του προϊσταμένου της Δ΄ ΔΟΥ Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε το επίμαχο πρόστιμο των 375.329,08 ευρώ για παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κατά το έτος 1999.

Αρχικά, το πρόστιμο ανερχόταν σε 942.136,60 ευρώ, αλλά με απόφαση της επιτροπής διοικητικής επίλυσης φορολογικών διαφορών το πρόστιμο περιορίστηκε στο ποσό των 375.329,08 ευρώ.

Το σκεπτικό

Το Β΄ Τμήμα του ΣτΕ, με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Ειρήνη Σαρπ και εισηγήτρια την πάρεδρο Κωνσταντίνα Λαζαράκη, αποφάνθηκε ότι οι δύο εν λόγω εφετειακές αποφάσεις έκριναν μη νομίμως για την 10ετή παραγραφή που παρατάθηκε, αρχικά με τον νόμο 3888/2010 και περαιτέρω με τους νόμους 4002/2011 και 4098/2012.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η παράταση των προθεσμιών για την 10ετή παραγραφή αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου που επιβάλλουν τη σαφή διατύπωση των κανόνων δικαίου.

Για το θέμα της παραγραφής, οι σύμβουλοι επισημαίνουν πως «αυτή πρέπει να έχει συνολικά εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, ώστε αφενός να επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο της εκ μέρους των φορολογουμένων τήρησης των φορολογικών τους υποχρεώσεων, χωρίς όμως να ενθαρρύνει απραξία των φορολογικών αρχών και αφετέρου να μην αφήνει τους μεν φορολογουμένους έκθετους σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη, γενικότερα, και της εθνικής οικονομίας».

Πίεση γενικώς

Το παράδοξο της συγκεκριμένης απόφασης είναι πως το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο πιέζει -κατά μία έννοια λογικά- τις φορολογικές αρχές να επιταχύνουν τους ελέγχους, χωρίς όμως να λαμβάνει υπ’ όψιν πως οι εφορίες, το ΣΔΟΕ αλλά και οι οικονομικοί εισαγγελείς συνεχώς αναδεικνύουν την έλλειψη ελεγκτικού προσωπικού, ειδικά σε μια περίοδο στην οποία πληθαίνουν τα στοιχεία από τις διάφορες λίστες φοροδιαφυγής.

Επιπλέον, στην απόφαση του ΣτΕ επισημαίνεται, χωρίς αυτό να απαντά στα παραπάνω ερωτήματα, ότι «δεν εμποδίζεται η φορολογική αρχή, έχοντας διενεργήσει στο παρελθόν έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία για ορισμένη χρήση (και έχοντας ακόμη εκδώσει και πράξη επιβολής προστίμου για παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά τη χρήση αυτή), να επανέλθει και ανεξάρτητα από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής στις προβλεπόμενες φορολογίες να διενεργήσει επαναληπτικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων για την ίδια χρήση και ακολούθως να εκδώσει (και άλλη) πράξη επιβολής προστίμου για άλλες παραβάσεις που τυχόν διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο αυτό». Η πραγματικότητα διαψεύδει τη συγκεκριμένη εικόνα.