Το ιστορικό δημοψήφισμα της Πέμπτης 23.6.2016 για αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) σφραγίζει μια πορεία δοκιμασιών στη σχέση Ηνωμένου Βασιλείου (Η.Β.) και Ε.Ε.
Το 1979, έξι χρόνια από τη διαφιλονικούμενη είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ εγκαινίασε ένα πρωτοφανές στιλ πολιτεύεσθαι στην Κοινότητα.
Η ηγεμονία που σφυρηλάτησε η Θάτσερ συναρτάται σαφώς με την ιστορική συγκυρία.
Τη δεκαετία 1980-1990 τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού υλοποιούνταν ακάθεκτα στα παγκόσμια fora (π.χ. GATT-General Agreement on Tariffs and Trade).
Οχημα ήταν η «παγκοσμιοποίηση», ένα ολικό στρατήγημα με στόχο την απελευθέρωση/απορρύθμιση όλων των αγορών και την ολοσχερή επικράτηση του μονεταρισμού: ασυδοσία των παγκοσμίως πλέον διασυνδεδεμένων χρηματοπιστωτικών αγορών.
Στο πεδίο αυτό η Βρετανία (City) και οι ΗΠΑ (Wall Street) πρωταγωνιστούσαν προνομιακά στην υφήλιο, κερδοσκοπώντας ανεξέλεγκτα, συχνά με ληστρικές επιδρομές στις αξίες/περιουσίες αδαών ή ανυπεράσπιστων παικτών.
Η στρατηγική της «αγοραίας αποχαλίνωσης» προωθούνταν καταιγιστικά σε όλες τις παγκόσμιες αγορές στις οποίες ενδιαφέρονταν να διεισδύσουν.
Η ΕΟΚ αποτελούσε πρώτιστο στόχο. Παράλληλα μεριμνούσαν για τη διατήρηση προνομίων στις αγορές όπου κυριαρχούσαν.
Δεν επιτράπηκε ποτέ να ελέγχονται διαφανώς οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Ούτε να εισαχθεί ο κοινωνικο-πολιτικά αναγκαίος «φόρος Tobin» στις διεθνείς τραπεζικές συναλλαγές.
Οτιδήποτε εκλαμβανόταν ότι αντιβαίνει στα συμφέροντα των νεοφιλελεύθερων ηγητόρων αντιμετωπιζόταν με ομοβροντίες λοιδοριών από τα αγγλοσαξονικά, παγκοσμίως ηγεμονικά, ΜΜΕ και αμαυρωνόταν.
Στη δεκαετία 1980-1990 οι εκβιαστικές τακτικές της Βρετανίδας πρωθυπουργού, που πολιτευόταν με την επίκληση του βέτο πάντα παρά πόδα, δημιούργησαν «σχολή».
Προεξοφλούσε, απειλούσε και πετύχαινε κατ’ εξαίρεση μειώσεις εισφορών ή ευνοϊκότερους όρους για την εθνική της οικονομία.
Χαρακτηριστική αντιπαράθεση, οπότε η Βρετανία επέβαλε άτεγκτα την αγγλοαμερικανική γραμμή, ήταν η πολιτική για άνοιγμα των αγορών πρωτογενούς και τριτογενούς τομέα, στον Γύρο της Ουρουγουάης της GATT (1983-1994).
Ο τότε Βρετανός επίτροπος σε θέματα εμπορίου της Ε.Ε., Leon Brittan, προώθησε τις θέσεις τους αριστοτεχνικά.
Τραγικό θύμα εκείνων των επιλογών ήταν ο ενταφιασμός της ευρωπαϊκής πολιτιστικής, οπτικοακουστικής παραγωγής, ιδίως του κινηματογράφου, που θυσιάστηκε υπέρ των εξαγωγικών συμφερόντων του Χόλιγουντ.
Το προκλητικά διεκδικητικό modus operandi και κοινοτικού πολιτεύεσθαι της Θάτσερ δεν ήταν, επομένως, θέμα «ιδιοσυγκρασίας», αλλά στρατηγικής του κεφαλαίου που επέβαλλε [α] απορρυθμίσεις σε όλες τις αγορές, [β] μονεταριστική παγκοσμιοποίηση, κατά το δόγμα των Reaganomics και Thachernomics και της «αγγλοσαξονικής παγκοσμιοποίησης», ενώ κατοχύρωνε [γ] τη sui generis σχέση ιδιότυπης υπεροχής του Η.Β., εσαεί, εντός της ΕΟΚ/Ε.Ε., κάτι που ήταν δομική προϋπόθεση για τα [α] και [β].
Εν ολίγοις, η βρετανική πλευρά πετύχαινε συχνά στάτους υπεροχής απέναντι στα υπόλοιπα μέλη.
Η επιθετική, ανισότιμη και περιφρονητική στάση απέναντι στους θεσμούς ήταν όμως ανυπόφορη για κυβερνήσεις που τηρούν τη νομιμότητα και απορρίπτουν τη θατσερική ιδεολογία περί «ελάχιστου κράτους» και «υπερβολικής δημοκρατίας» («excess of democracy»).
Το Η.Β. πρωταγωνίστησε στην εδραίωση του διακυβερνητισμού.
Στα ολονύχτια εθνοκεντρικά «μυστικά συμβούλια-παζάρια» για το ποιος θα «πάρει» τα περισσότερα από κάθε συμφωνία.
Λόγω της εμμονής στον διακυβερνητισμό, παγιώθηκε το καθεστώς της αδιαφάνειας και της μυστικοπάθειας στη λήψη των αποφάσεων.
Ωστόσο, αυτά ακριβώς τα στοιχεία συνθέτουν τη βάση της αναξιοπιστίας, της πολιτικής αναπηρίας και του δημοκρατικού ελλείμματος της Ε.Ε.
Αλλωστε, η κυριαρχία του διακυβερνητισμού συνεπαγόταν ipso facto ενταφιασμό της «πολιτικής ενοποίησης» και του ενδεχόμενου ομοσπονδοποίησης της Ε.Ε.
Οι επίγονοι της Θάτσερ κλήθηκαν να επιδείξουν αντίστοιχα κατορθώματα a la carte σχέσης με την Ε.Ε. Η αγγλοσαξονική ηγεμονία συνέχιζε.
Ο Τόνι Μπλερ δήλωνε κυνικά: «Πρέπει να παραμείνουμε στην Ε.Ε. για να ηγούμαστε, διότι είμαστε τόσο καλοί σ’ αυτό».
Η απαίτηση «ειδικού καθεστώτος» της Βρετανίας υπερέβη τα εσκαμμένα όταν ο Ντέιβιντ Κάμερον διεκδίκησε πέρσι να περιοριστούν ακόμη και οι κινήσεις Ευρωπαίων πολιτών στο έδαφός της, καταστρατηγώντας τις θεμελιώδεις «ελευθερίες κίνησης» (προϊόντων, κεφαλαίου, υπηρεσιών, ατόμων) της ΕΟΚ/Ε.Ε.
Η ιδεολογία του θατσερικού νεοφιλελεύθερου ατομοκεντρισμού γαλούχησε γενιές.
Στη βρετανική κοινωνία καλλιεργήθηκαν συμφεροντολογικές τάσεις. Αντί για ενωσιακή νοοτροπία αλληλεγγύης θριάμβευσαν η ξενοφοβία και η ευρω-απέχθεια.
Δεν εκπλήσσουν επομένως η σύγχυση και η κυριαρχία εθνικιστικών τάσεων.
Είναι τυχαίο, άραγε, ότι στα μακροβιότερα και επιτυχέστατα πανευρωπαϊκά προγράμματα πανεπιστημιακών ανταλλαγών «Ερασμος», η Βρετανία φιγουράρει στις χώρες με τη χαμηλότερη συμμετοχή;
Ποιος ήταν, εν κατακλείδι, ο ρόλος του Η.Β. στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα;
Η επίδρασή του υπήρξε διαβρωτική. Πυροδότησε φυγόκεντρες τάσεις, ματαιώνοντας την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η «εκπορθητική», αντι-κοινοτική βρετανική πολιτική κατέστησε τον ευρωσκεπτικισμό αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Σήμερα βιώνουμε όλοι τις δραματικές επιπτώσεις μιας υπεροπτικής, άπληστης και άγονης πολιτικής.
*καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Πολιτικής Επικοινωνίας, Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
