Ετοιμη για μια ακόμα οσκαρική υποψηφιότητα είναι η σπουδαία ηθοποιός που ερμηνεύει εκπληκτικά τη Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, τη «χειρότερη σοπράνο του κόσμου», η οποία χάρη στα λεφτά της κατάφερε να διακριθεί στην Αμερική του ’30.
Florence: φάλτσο σοπράνο ★★½✰✰✰
(Florence Foster Jenkins, Μεγ. Βρετανία, 2016, 110’)
- Σκηνοθεσία: Στίβεν Φρίαρς
- Ηθοποιοί: Μέριλ Στριπ, Χιου Γκραντ, Σάιμον Χέλμπεργκ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον
«Μπορεί να λένε ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν τραγούδησα!» Αυτή είναι η ατάκα που συμπυκνώνει την ουσία της ταινίας – αυτή και το γεγονός ότι ένας από τους πιο διεισδυτικούς Βρετανούς σκηνοθέτες συνεργάζεται με την ικανότερη ηθοποιό της εποχής μας με βάση μια συναρπαστική υπαρκτή φυσιογνωμία.
Η Μέριλ Στριπ υποδύεται τη Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, τη «χειρότερη τραγουδίστρια του κόσμου» που ενέπνευσε και το περσινό «Μαργκερίτ» του Ξαβιέ Τζιανολί, μια πλούσια κυρία και φιλάνθρωπο στη Νέα Υόρκη του ‘30, η οποία, με τη βοήθεια της περιουσίας της και του –πάντα έτοιμου να συντηρήσει την αυταπάτη της με το αζημίωτο– συζύγου της, του αποτυχημένου ηθοποιού Σεντ Κλερ Μπέιφιλντ που υποδύεται ο Χιου Γκραντ, παρότι πρωτοφανώς παράφωνη, επιβλήθηκε ως σοπράνο, ηχογράφησε δίσκο και έφτασε μέχρι το ένδοξο Κάρνεγκι Χολ.
Σε σενάριο του Νίκολας Μάρτιν, που έχει διακριθεί στην εμπορική βρετανική τηλεόραση, η ταινία παραμένει στο επίπεδο της γλυκόπικρης βιογραφίας, με κωμικά στοιχεία και στιγμές συγκίνησης, αποδίδοντας χαριτωμένα μια αλαφροΐσκιωτη, αλλόκοτη αλλά καθοριστική προσωπικότητα και, κυρίως, το γόνιμο καλλιτεχνικό περιβάλλον της μεσοπολεμικής Νέας Υόρκης.
Το ότι η Μέριλ Στριπ δίνει μια εκπληκτική, πιο πολυδιάστατη από τον ρόλο της, έτοιμη για μια ακόμα οσκαρική υποψηφιότητα, ερμηνεία είναι το αναμενόμενο – η έκπληξη είναι το βάθος και η ευαισθησία του Χιου Γκραντ, αναμφισβήτητα στην πιο αξιόλογη στιγμή της καριέρας του.
Ωστόσο, ενώ, δεδομένων των συντελεστών, εύκολα θα μπορούσε, η ταινία δεν κάνει το βήμα να αξιοποιήσει την ηρωίδα της για να μιλήσει για ζητήματα δυνατά και ευρύτερα, για την τέχνη και για την κριτική της, για το σθένος της ανθρώπινης επιθυμίας, για τη γοητεία της διασημότητας, για το κυνήγι του ονείρου. Αρκείται σε μια απλή και γνώριμη συνταγή, με εκπληκτικές πρώτες ύλες, σαν την αγαπημένη της Φλόρενς πατατοσαλάτα που, γενναιόδωρα, φιλεύει κάθε πρόθυμο θεατή.
Η φαμίλια ★★½✰✰✰
(El Clan, Αργεντινή, Ισπανία, 2015, 110’)
- σκηνοθεσία: Πάμπλο Τραπέρο
- ηθοποιοί: Γκιγιέρμο Φραντσέλα, Πέτερ Λαντσάνι, Αντόνια Μπενγκοετσέα, Γκαστόν Κοτσιαράλε, Λίλι Ποπόβιτς
Με την πραγματική ιστορία της οικογένειας απαγωγέων και εκτελεστών Πούτσιο καταπιάνεται ο Πάμπλο Τραπέρο, ένας από τους πιο δυναμικούς και αναγνωρισμένους, πια, Αργεντινούς σκηνοθέτες, που γνωρίσαμε με το «Mundo Grua», το «Leonera», το «Carancho», πιο πρόσφατα με τον «Λευκό Ελέφαντα».
Η ιστορία των Πούτσιο ξετυλίγεται στο Μπουένος Αϊρες του ’80, με βάση τη σχέση του πατέρα Αρκίμιντες με τον μεγάλο γιο, τον Αλεχάντρο, όμορφο αγόρι και νεαρό πρωταθλητή στο ράγκμπι. Αντίθετα στην εικόνα της συμβατικής, «τακτοποιημένης», μεσοαστικής οικογένειας, ο Αρκίμιντες, έντιμος καταστηματάρχης, η δασκάλα σύζυγός του και τα πέντε παιδιά τους, στην πραγματικότητα είναι στυγνοί απαγωγείς που αιχμαλωτίζουν και βασανίζουν τα θύματά τους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, μέχρι να τ’ ανταλλάξουν με λύτρα ή να τα εκτελέσουν. Και παρότι το θέλει, ο Αλεχάντρο δε θα τολμήσει να επαναστατήσει.
Ο Τραπέρο δίνει την έμφαση στον ρυθμό και στην αισθητική, στο πώς ο ατσάλινος πατέρας παρασύρει την καταπιεσμένη οικογένειά του σ’ έναν κατήφορο θανάτου, στο πώς μέσα στην καθημερινότητα, το έγκλημα γίνεται μπανάλ.
Οι χαρακτήρες των ηρώων, οι σχέσεις και τα κίνητρά τους δεν χωρούν στην αφήγηση, το ίδιο και η πολιτική διάσταση των εγκλημάτων του Πούτσιο, που βρήκε έδαφος δράσης στη διάρκεια του Βρόμικου Πολέμου και συνελήφθη, όχι τυχαία, από την κυβέρνηση Αλφονσίν.
Ετσι τα ανείπωτα στο σενάριο συμπληρώνουν η παγερή μάσκα του προσώπου του Γκιγιέρμο Φραντσέλα στον ρόλο του πατέρα, μορφή που δύσκολα ξεχνιέται και η πετυχημένη διάχυτη αίσθηση σκοταδιού που απλώνεται υπόγεια με τη συγκατάθεση αυταρχικών Αρχών και της κοινωνικής νόρμας.
Κέντρο ευφυΐας ½✰✰✰✰✰
(Central Intelligence, ΗΠΑ, 2016, 114’)
- σκηνοθεσία: Ρόσον Μάρσαλ Θέρμπερ
- ηθοποιοί: Ντουέιν Τζόνσον, Κέβιν Χαρτ
Ευφυΐα μηδέν σ’ αυτήν την κωμωδία από τον σκηνοθέτη του «We’re the Millers», ένα αποτυχημένο όχημα για να συναντηθούν στην οθόνη ο The Rock με τον Κέβιν Χαρτ. Ο Κάλβιν, ένας μέτριος κι απογοητευμένος λογιστής, θυμάται με νοσταλγία τις μέρες που ήταν το αστέρι του σχολείου.
Ο Μπομπ, αντίθετα, από τετράπαχος μαθητής, θύμα τραμπουκισμού, έχει γίνει ο… The Rock, ως ημιπαράφρων πράκτορας της CIA. Λίγες μέρες πριν από το σχολικό reunion, οι δυο τους μπλέκουν σε μια κατασκοπική περιπέτεια δράσης χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος, με την πιο προβλέψιμη και υποτυπώδη προσπάθεια να προκαλέσει το γέλιο.
Ολα θα πάνε στραβά ★✰✰✰✰
(Babysitting 2, Γαλλία, 2015, 93’)
- σκηνοθεσία: Νικολά Μπεναμού, Φιλίπ Λασό
- ηθοποιοί: Φιλίπ Λασό, Αλίς Νταβίντ, Βενσάν Ντεζανιά, Ταρέκ Μπουνταλί, Κριστιάν Κλαβιέ
Υπάρχει περιθώριο και στην κωμωδία για την τεχνική του «found footage», όπως αποδεικνύει η ταινία (σίκουελ του «Babysitting» του 2014), που έσπασε τα ταμεία στη γενέτειρά της, Γαλλία, παρότι βλέπεται με δυσκολία, όπως οι περισσότερες εμπορικές γαλλικές κωμωδίες.
Ο Φρανκ κι οι φίλοι του πηγαίνουν διακοπές στη Βραζιλία, για να γνωρίσει εκείνος τον ξενοδόχο πατέρα της κοπέλας του, της Σόνια. Ομως σε μια βόλτα στη ζούγκλα του Αμαζονίου, θ’ απαχθούν από φυλή ιθαγενών και το μόνο που θ’ απομείνει πίσω τους ως μαρτυρία είναι τα βίντεο στο κινητό του ενός από την παρέα. Καφρίλα ολκής και σχολικό χιούμορ, σε μια ταινία όπου όλα, όντως, πάνε στραβά, εκτός από την ανοησία που θριαμβεύει.
