Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νωρίς το πρωί, πριν ακόμα ξυπνήσει η συνοικία, τα χρατς χρουτς της σκούπας του είναι οι πρώτοι ήχοι του δρόμου. Είναι ψηλός κι αδύνατος με γένια. Είναι ο κήρυκας της γειτονιάς.

Αντί για κηρύκειο φέρει το διακριτικό σήμα του δήμου. Κρατάει δύο μεγάλα κοντάρια. Αυτό της ψάθινης σκούπας και το άλλο του φαρασιού. Τραγουδάει Διονυσίου. Του αρέσει πολύ, ειδικά το «τα μάζεψα τα πράγματα κι έφυγα από το σπίτι».

Στέκεται στον μεγάλο δρόμο και επιθεωρεί την πόλη του. Υπολογίζει πως δεν θα έχει πολλή δουλειά σήμερα γιατί είναι καθημερινή. Τα πρωινά της Κυριακής είναι πάντα πιο κουραστικά. Πολλά σκουπίδια απ’ το Σαββατόβραδο.

Τον λένε Βαγγέλη και τον ξέρουν όλοι στην περιοχή. Κι εκείνος μας ξέρει. Σχεδόν έναν έναν.

Δεν είναι ο Στέντωρ που ήταν κήρυκας του Νέστορα στην Ιλιάδα και που φώναζε τόσο δυνατά ώστε βγήκε η φράση «στεντόρεια φωνή». Ο δικός μας κήρυκας σε πλησιάζει με διακριτικό τρόπο και σου «σφυρίζει» την είδηση. Ο,τι εκείνος θεωρεί σημαντικό και μετά φεύγει. Εσύ τσιμπάς και τον ακολουθείς. Τι; Ποιος; Πού; ρωτάς απορημένος.

Κι ενώ συνεχίζει να σκουπίζει σε πληροφορεί για ό,τι καινούριο και περίεργο έχει φέρει η μέρα στη γειτονιά. Σε προειδοποιεί για τους δρόμους όπου γίνονται έργα, για τις ληστείες, για τους γάμους και τις χαρές, αλλά και γι’ αυτούς που έφυγαν ξαφνικά κι εσύ δεν έχεις πάρει χαμπάρι.

Ξέρει τις αποφάσεις του δήμου. Πότε θα στείλει συνεργεία να κλαδέψουν, πότε θα αλλάξουν τη λάμπα του φανοστάτη και πότε θα στείλουν το πιεστικό να καθαρίσει τα πεζοδρόμια.

Ο Βαγγέλης, άθελά του ίσως, με κάνει να νιώθω ότι ανήκω σε μια κοινότητα. Σαν να είναι η συγκολλητική ουσία της γειτονιάς. Κάθε συνοικία, θέλω να ελπίζω, έχει τον δικό της Βαγγέλη. Τον άνθρωπο που μας κάνει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια μεγάλη και απρόσωπη πόλη.

Και ίσως μπορεί να γνωρίζουμε μέσω του φέισμπουκ πού ήπιε και πού έφαγε ένας άνθρωπος στην Αυστραλία, αλλά διστάζουμε να ρωτήσουμε τι κάνει ο διπλανός μας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς περιχαράκωσε πίσω από κλειστές πόρτες και απρόσωπες σχέσεις.

Ο Βαγγέλης όμως ξέρει ποια είμαι. Κι ας μην ξέρει πώς με λένε. Οπως όταν έκλεψαν την τσάντα μου. Ηρθε το άλλο πρωί και μου την έφερε. Την είχε βρει σ’ έναν κάδο πεταμένη κι από μια φωτογραφία στο πορτοφόλι με αναγνώρισε. Μάζεψε κι από γύρω ό,τι άλλο χαρτί θεώρησε ότι ήταν δικό μου.

Τώρα που καλοκαίριασε, όταν βγάζει τα ρούχα της δουλειάς, παίρνει τα εγγονάκια του από το χέρι και ξαναβγαίνει στους δρόμους. Μα είναι πιο σιωπηλός. Μας χαιρετά πιο συνεσταλμένα. Λες και κάτι από την προσωπικότητά του αλλάζει μόλις βγάζει τη στολή του δήμου.

Σήμερα του είπα καλημέρα κι εκείνος μου έκλεισε το μάτι. Ενημέρωνε τον περιπτερά για το πότε θα μπάλωναν την τρύπα στο πεζοδρόμιο.

«Ακούσατε τον κήρυκα; Τι κάθεστε; Κοιμάστε;»