Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά από αναστηλωτικές εργασίες που διήρκεσαν σχεδόν εφτά χρόνια, ο μητροπολιτικός ναός Αθηνών άνοιξε και πάλι πανηγυρικά τις πύλες του την περασμένη εβδομάδα.

Τα τελευταία «τραύματα» στο επιβλητικό κτίριο είχαν επιφέρει οι σεισμοί του 1981 και του 1999, ενώ για την προστασία του από νέες απειλές χρειάστηκε να αλλάξει ρότα η γραμμή του μετρό και να ακολουθήσει την υπόγεια διαδρομή του προς το Μοναστηράκι μέσω της Ερμού και όχι της Μητροπόλεως, όπως προέβλεπαν τα αρχικά σχέδια.

Η χωροθέτηση της Μητρόπολης έχει ενδιαφέρουσα προϊστορία. Τα αρχικά σχέδια των Κλεάνθη-Σάουμπερτ την τοποθετούσαν στην περιοχή της Ομόνοιας, δίπλα στο παλάτι αλλά και στο διοικητικό κέντρο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Η πρόταση άλλαξε σε λιγότερο από έναν χρόνο, καθώς το 1834 ο Κλέντσε υπέδειξε νέα θέση στη σημερινή πλατεία Συντάγματος, αλλά πολύ σύντομα εκτοπίστηκε και από εκεί για να μεταφερθεί στην τότε έρημη οδό Πανεπιστημίου, στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε ο Αγιος Διονύσιος, η Μητρόπολη των καθολικών.

Ο σημερινός βασικός οδικός άξονας της πρωτεύουσας ήταν ακόμη ρέμα και η πρόταση συνάντησε τις αντιδράσεις των πολιτών, ενώ αντιρρήσεις είχε και ο Δήμος Αθηναίων, χαρακτηρίζοντας την περιοχή «απόκεντρον και ερημική»!

Επιλέχθηκε η βόρεια άκρη της Πλάκας, όπου χρειάστηκε να απαλλοτριωθούν δεκάδες ιδιοκτησίες και να κατεδαφιστούν κτίσματα για να εξασφαλιστεί μια έκταση η οποία από τότε ήταν περιορισμένη.

Ο θεμέλιος λίθος είχε τεθεί τα Χριστούγεννα του 1842 και χρειάστηκε να περάσουν είκοσι χρόνια για να γίνουν τα εγκαίνια, λόγω της… συνήθους υπέρβασης του προϋπολογισμού. Το κόστος διαμορφώθηκε στο αστρονομικό για την εποχή ποσό των 650.000 δραχμών.

Οι 400.000 εξασφαλίστηκαν από εκποίηση ακινήτων που ανήκαν στην Εκκλησία, 96.000 διέθεσε ο Γεώργιος Σίνας και ο γιος του Σίμων, 80.000 προήλθαν από τα ταμεία του Δήμου Αθηναίων, ενώ 20.000 προσέφερε ο Οθωνας, που πρόλαβε να εγκαινιάσει τη Μητρόπολη το 1862, λίγους μήνες πριν από την εκθρόνισή του.

Σε όλο αυτό το διάστημα χρειάστηκε να γίνουν πανελλήνιοι έρανοι ανάμεσα στους πιστούς. Να σημειωθεί ότι το αρχικό ποσό που εξασφαλίστηκε επέτρεψε να κατασκευαστούν οι τοίχοι ώς τα πρώτα παράθυρα, παρόλο που για τη δόμηση είχε επιτραπεί να χρησιμοποιηθούν υλικά από 72 βυζαντινούς ναΐσκους της Αττικής οι οποίοι είχαν υποστεί ζημιές κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Η εικοσάχρονη περιπέτεια της ανοικοδόμησης έφερε αλλαγές στα σχέδια, αφού η σκυτάλη πέρασε σε τέσσερις διαφορετικούς αρχιτέκτονες!

Τα πρώτα σχέδια είχαν ανατεθεί στον Θεόφιλο Χάνσεν (1813-1891), τον αρχιτέκτονα που είχε αναλάβει την Εθνική Βιβλιοθήκη και την Ακαδημία. Η Μητρόπολη θα βρισκόταν στην ίδια γειτονιά και με αυτό το δεδομένο ο Δανός αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα κτίριο με έντονα ρωμαϊκά και γοτθικά στοιχεία.

Η αποχώρησή του από το έργο οδήγησε σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, τον οποίο κέρδισε ο Δημήτριος Ζέζος, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του βυζαντινού ρυθμού που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να κερδίζει «πόντους» στην κόντρα με το βαρύ κεντροδυτικό στιλ που μετέφεραν οι ξένοι αρχιτέκτονες στην Αθήνα.

Ο θάνατός του το 1857 επέβαλε την ανάθεση των έργων στον Γάλλο Φρ. Μπουλανζέ, τον αρχιτέκτονα της Παλιάς Βουλής στη Σταδίου, στον οποίο αποδίδονται σημαντικές αλλαγές στα κωδωνοστάσια και κυρίως στον τρούλο. Για άγνωστους λόγους, την τελική πινελιά έβαλε ο Παναγιώτης Βρεττός-Κάλκος (1810-1878).

Με σπουδές στο Μόναχο, ήταν ο σπουδαιότερος Ελληνας αρχιτέκτονας της εποχής και έχει υπογράψει τα σχέδια σημαντικών κτιρίων, μεταξύ των οποίων το δημαρχείο της Αθήνας, το Δημοτικό Βρεφοκομείο (σημερινή Πινακοθήκη) στην οδό Πειραιώς, την εκκλησία της Χρυσοσπηλιώτισσας στην Αιόλου και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πατησίων.

Οι εναλλαγές αρχιτεκτόνων, με σημαντική προσωπικότητα αλλά διαφορετικό στιλ, είχαν αρνητική επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα, την οποία επισημαίνει ο Κώστα Μπίρης.

Στο βιβλίο του «Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα» χαρακτηρίζει σφάλμα «την ενσφήνωση του Μητροπολιτικού ναού μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της παλαιάς πόλεως».

Σε αυτόν τον λόγο αποδίδει την «υπέρμετρον και άσκοπον αύξησιν του ύψους, διά της οποίας ηδικήθη και του εσωτερικού χώρου η αισθητική και επίσης η ακουστική». Διαπιστώνει μάλιστα ότι οι ατυχείς επιλογές συνεχίστηκαν από τη «μανία των αλλαγών» που ξεκίνησαν από το 1890 όταν επιχειρήθηκε να αλλάξει η έγχρωμη διάκριση των δομών, οι γνωστές οριζόντιες ρίγες που εγκαινιάστηκαν στις εξωτερικές όψεις της Μητρόπολης και υιοθετήθηκαν στη συνέχεια σε πολλά αρχοντικά.

Στον «Αρχιτεκτονικό Οδηγό των Αθηνών», ο καθηγητής του Πολυτεχνείου, Διονύσης Ζήβας, σημειώνει πάντως ότι η Μητρόπολη, που είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, διακρίνεται για τη «νεοβυζαντινή της ρυθμολογία με δάνεια κλασικιστικά στοιχεία». Την κατατάσσει στην τυπική τρίκλιτη βασιλική μετά τρούλου και δίνει έμφαση στη θαυμάσια εσωτερική διακόσμηση.

Ο άμβωνας και τα κιονόκρανα από λευκό μάρμαρο είναι έργα του σπουδαίου Τηνιακού γλύπτη της εποχής Γ. Φυτάλη (1830-1880), ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει και τη λάρνακα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ που βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού. Η αγιογράφηση «κατά τον βυζαντινόν ρυθμόν» είχε ανατεθεί μετά από διαγωνισμό στον Σπ. Γαλινά και στον Βαυαρό Αλέξανδρο Μαξιμιλιανό Ζάιτς, ενώ την υπόλοιπη διακόσμηση υλοποίησε ο Σμυρναίος ζωγράφος Κ. Φανέλλης.

1. Η Αντίσταση

Ο μητροπολιτικός ναός έχει συνδεθεί με κορυφαία ιστορικά γεγονότα, κυρίως με ενθρονίσεις και γάμους βασιλέων. Φωτεινή αλλά άγνωστη εξαίρεση αποτελεί η απόφαση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου να μη δώσει άδεια να τελεστεί δέηση μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς και να ορκιστεί η κυβέρνηση των δωσίλογων.

2. Η Γοργοεπήκοος

Η διπλανή βυζαντινή εκκλησούλα της Γοργοεπήκοου είναι η μόνη που διασώθηκε από τις κατεδαφίσεις κτιρίων για την ανέγερση του μητροπολιτικού ναού. Αποδίδεται στον μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη Ακομινάτο και κατασκευάστηκε πάνω σε αρχαίο ναό, γεγονός που τεκμαίρεται από τα διακοσμητικά στοιχεία τα οποία συνδυάζουν χριστιανικά και παγανιστικά σύμβολα.

3. Η ονομασία

Η οδός Μητροπόλεως πήρε το γνωστό όνομά της λίγο μετά το 1862. Ως τότε διέθετε τριπλή ονομασία. Στο πρώτο της τμήμα, από το Σύνταγμα ώς την Αιόλου, ονομαζόταν οδός Ιωάννη Ντέκα, προς τιμήν του ευεργέτη και επιχειρηματία της πρωτεύουσας ο οποίος είχε δημιουργήσει την πρώτη ιδιωτική σχολή που έφερε το όνομά του. Ως την οδό Κηρυκείου ήταν η οδός Πλούτωνα και κατέληγε στο Μοναστηράκι ως Βραχεία οδός.

Στο επάνω τμήμα της, λόγω της γειτνίασης με τα ανάκτορα, γρήγορα καταλήφθηκε από αρχοντικά, ενώ στο υπόλοιπο κυριαρχούσαν οι εμπορικές χρήσεις. Το 1918 τη διέσχιζε το τραμ που έκανε τη γραμμή Ιπποκράτους-Βοτανικός.