Ενα τέταρτο του αιώνα αδιάλειπτης, ποιοτικά συνεπούς προσφοράς συμπλήρωσε φέτος το Φεστιβάλ Ναυπλίου.
Οπως πάντα υλοποιήθηκε υπό την αιγίδα του δήμου της πόλης και την καλλιτεχνική διεύθυνση του πιανίστα Γιάννη Βακαρέλη, με στήριξη χορηγών και με οργάνωση παραγωγής από την Εταιρεία Συναυλιών «Φόρμιγξ».
Μέχρι σήμερα εκδηλώσεις του έχουν παρακολουθήσει 190.000 ακροατές, ενώ σε συναυλίες του έχουν εμφανιστεί περί τους 250 σημαντικούς καλλιτέχνες (πιανίστες, βιολιστές, μονωδοί κ.λπ.) και έχουν παίξει 18 ορχηστρικά σύνολα και 25 κουαρτέτα εγχόρδων.
Η αργυρή επέτειος προσέλαβε εορταστικό χαρακτήρα, ενεργοποιώντας για πολλοστή φορά πανευρωπαϊκές διασυνδέσεις και διατηρώντας ακλόνητη την έμφαση στην κλασική μουσική. Στο διάστημα 24/6-3/7/2016 πλήθος από Ναυπλιώτες, Αθηναίους και τουρίστες παρακολούθησαν δέκα συναυλίες που δόθηκαν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, στο Βουλευτικό και στον υπαίθριο χώρο του «Φουγάρου».
Συμμετείχαν εξέχοντες μουσικοί και μονωδοί από την Ελλάδα και, με υποστήριξη των αθηναϊκών πρεσβειών τους, από οκτώ χώρες που είχαν υπάρξει τιμώμενα κράτη παλαιότερα: Αυστρία, Γαλλία, Εσθονία, Πολωνία, Νορβηγία, Ισπανία, Τσεχία και Τουρκία.
Μεστό ποικίλων μουσικών ερεθισμάτων, το πρόγραμμα περιέλαβε βραδιές μουσικής δωματίου με τα βασικά (βιολί/πιάνο, τσέλο/πιάνο) αλλά και με ασυνήθιστα όργανα (τούμπα/πιάνο, βιόλα/πιάνο), ρεσιτάλ λυρικού τραγουδιού με Ελληνες και ξένους μονωδούς, συναυλίες με χορωδίες και ορχήστρες.
Οργανο με ιδιαίτερο ήχο, η βιόλα διαθέτει μάλλον περιορισμένο ρεπερτόριο. Ενθεν, είχε μοναδικό ενδιαφέρον το ρεσιτάλ της Γίτκα Χόσπροβα (βιόλα) και του Ανταμ Σκούμαλ (πιάνο), που παρακολουθήσαμε στον υπαίθριο χώρο του «Φουγάρου» (30/6/2016).
Η μουσική δόθηκε με ιδιαίτερα φροντισμένη, ισορροπημένη ηλεκτρονική ενίσχυση.
Οι δύο Τσέχοι μουσικοί πρότειναν ένα πρόγραμμα προσεγμένων ισορροπιών, προβάλλοντας αφ’ ενός το νεότερο εθνικό ρεπερτόριο και αφ’ ετέρου το βασικό του ρομαντισμού δίχως να αποκλείουν κάποια ελαφρότερα κομμάτια για το ευρύ ακροατήριο.
Η βραδιά ξεκίνησε με τη διμερή «Σονάτα για βιόλα και πιάνο αρ.1» (1955) του Μπουχουσλάβ Μαρτινού. Ιδιαίτερα καλογραμμένο, ώριμο λυρικό έργο, συνδυάζει αριστοτεχνικά το ρυθμικό σφρίγος και τη μελωδική ζωντάνια της τσεχικής παραδοσιακής μουσικής με την ελαφράδα και την τζαζίστικη ρευστότητα του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, αξιοποιώντας συχνά το πιάνο ως κρουστό.
Οι άψογα συντονισμένοι μουσικοί πρόσφεραν μια ερμηνεία που ανέδειξε ιδανικά τις ιδιαιτερότητες της μουσικής του συνθέτη, προπάντων ισορροπώντας αβίαστα το τρυφερό, παιχνιδιάρικα διαδραστικό δέσιμο ρυθμού και μελωδίας.
Εμπειρη μουσικός, με ενδιαφέρουσα, αύξουσα δισκογραφία και διεθνή σταδιοδρομία, η Χόσπροβα διέθετε τον απαραίτητο, τονικά ασφαλή ήχο, καθώς επίσης χυμώδες, νευρώδες πλάσιμο μελωδικής γραμμής, άριστη σύλληψη/απόδοση της σύνθετης, μηχανιστικής ρυθμολογίας της μουσικής και ευγενές συναίσθημα.
Ακολούθησαν δύο λυρικά κομμάτια συμβατικά «τσιγγάνικης» θεματικής, εμπλουτισμένα με δεξιοτεχνικές εξάρσεις: «Ο έρωτας του Τσιγγάνου» (1980) για σόλο βιόλα της Σιλβί Μποντόροβα και οι ευρηματικές «Παραλλαγές σε τσιγγάνικα θέματα» του Ανταμ Σκούμαλ.
Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με τη «Σονάτα για βιολί και πιάνο» του Φρανκ, σε μεταγραφή για βιόλα, το διαφορετικό ηχητικό/ηχοχρωματικό φάσμα της οποίας μετατοπίζει απροσδόκητα τις εκφραστικές εμφάσεις και τους ηχητικούς γλυκασμούς σε διαφορετικά σημεία της μελωδίας.
Ηγούμενη αδιαπραγμάτευτα της ερμηνείας, η Χόσπροβα συνομίλησε περιπαθώς με τον πιανίστα μέσα από μια πεμπτουσιακά ρομαντική, σφριγηλή, μελωδική φραστική, διατήρησε συνεχώς άριστη εποπτεία της σύνολης δραματουργίας του έργου, μας χάρισε ένα κατανυκτικά ικετευτικό αργό μέρος και έχτισε ορμητικές, πυρετώδους φόρτισης κορυφώσεις.
Ενα θαυμάσιο, γενναιόδωρο ρεσιτάλ που ερέθισε τον νου και κίνησε το συναίσθημα.
