Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Σταθμός Επιβατών Αγίου Νικολάου, όπως είναι η επίσημη ονομασία του κτιρίου που αποτελεί ιδιοκτησία του ΟΛΠ, εντάχθηκε τα τελευταία χρόνια στα θλιβερά «κουφάρια» που δεσπόζουν στο κέντρο του Πειραιά και παραμένουν αναξιοποίητα, παρά τις μεγάλες ανάγκες που υπάρχουν στη στέγαση των δημοσίων υπηρεσιών.

Η πρωτοποριακή στέγη του θυμίζει κατάρτι ιστιοπλοϊκού, αλλά για άγνωστους λόγους βαφτίστηκε «παγόδα», που παραπέμπει σε ναούς των Κινέζων οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν ρίξει «άγκυρα» στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας.

Ισως να αποδειχθούν οι σωτήρες του επιβλητικού κτιρίου, δίνοντας αφορμή για διάφορους συνειρμούς σε ορισμένους που πιστεύουν στο κάρμα και κυρίως στους πανάρχαιους πολιτισμούς της Ελλάδας και της Κίνας.

Η κατασκευή του αποφασίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν το λιμάνι του Πειραιά έκανε τα πρώτα δυναμικά βήματα στην υποδοχή κρουαζιερόπλοιων που έκαναν τον γύρο της Μεσογείου.

Ηταν όμως και η βασική πύλη εξόδου για εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες που εγκατέλειπαν τη ρημαγμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο χώρα αναζητώντας νέα τύχη στις ΗΠΑ και την Αυστραλία.

Οι υποδομές του ήταν ανεπαρκείς, με αποτέλεσμα συχνά τα υπερωκεάνια να αγκυροβολούν στα ανοιχτά του λιμανιού και οι επιβάτες να φθάνουν στη στεριά με βάρκες.

Συνέπεσε με τη σύντομη άνοιξη της ελληνικής αρχιτεκτονικής, που δεν ήρθε τυχαία αλλά ήταν το αποτέλεσμα της δυναμικής παρέμβασης σπουδαίων δημιουργών και της στροφής που πέτυχαν για οργάνωση διαγωνισμών με στόχο την αναζήτηση των καλύτερων λύσεων.

Νικητές στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 1962 για τον επιβατικό σταθμό στην προβλήτα του Αγίου Νικολάου αναδείχθηκαν ο Ιωάννης Λιάπης και ο Ηλίας Σκρουμπέλος, με μια συνολική λύση η οποία περιλάμβανε επίσης τον εκσυγχρονισμό του κεντρικού λιμανιού, τον χώρο του σημερινού λιμεναρχείου και ένα νέο κτίριο για το τελωνείο, προτάσεις που κατά την ελληνική… παράδοση έμειναν στα χαρτιά.

Γεννημένος στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, ο Ιωάννης Λιάπης (1921-1993) σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου και ευτύχησε να μαθητεύσει δίπλα στον Δημήτρη Πικιώνη. Εκλέχθηκε καθηγητής το 1964, αλλά παύθηκε από τα καθήκοντά του από το δικτατορικό καθεστώς, για να επανέλθει μετά τη Μεταπολίτευση. Η ανάδειξή του στην κοσμητεία της σχολής συνέβαλε στην αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών.

Η παραγωγικότερη εποχή του διήρκεσε από το 1956 ώς το 1963 και συμπίπτει με τη συνεργασία του με τον συμφοιτητή του Ηλία Σκρουμπέλο (1921-2006). Γεννήθηκε στην Καλαμάτα και στα φοιτητικά του χρόνια εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Λόγω των κομμουνιστικών ιδεών του εκτοπίστηκε στο κολαστήριο της Μακρονήσου, όπου έζησε τις μαρτυρικές στιγμές του Φεβρουαρίου του 1948.

Μαζί με συναγωνιστές του, σχεδίασε και έχτισε την εκκλησία του Α’ ΕΤΟ. Είχε καθοριστική συμβολή στον σχεδιασμό των γραφείων του ΚΚΕ στον Περισσό. Οι δύο αρχιτέκτονες, που είχαν ενστερνιστεί τις αρχές του μοντερνισμού, συνεργάστηκαν στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Πολιτιστικό Κέντρο Πειραιά, στη διαμόρφωση του μνημείου στα Καλάβρυτα στο οποίο συμμετείχε η γλύπτρια Αννα Βαφία, καθώς και σε πολλά ιδιωτικά κτίρια, με πιο αντιπροσωπευτική την πολυκατοικία στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου. Οι δρόμοι τους χώρισαν και ο καθένας συνέχισε τη δική του δημιουργική διαδρομή.

Ο επιβατικός σταθμός του ΟΛΠ χαρακτηρίζεται ως «κατ᾽ εξοχήν κτίριο γοήτρου» από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο βιβλίο της «Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική» σημειώνει ότι ακολούθησε «αντισυμβατικά ιδιώματα» και αξιοποίησε τις τότε νέες τεχνολογικές εξελίξεις του κατασκευαστικού τομέα.

Αναφέρεται κυρίως στην ιδέα των Λιάπη-Σκρουμπέλου να «κρεμάσουν» την τσιμεντένια στέγη του σταθμού από ιστούς με τη βοήθεια καλωδίων, η οποία παρέπεμπε στην εικόνα ιστιοφόρου, που ήταν οικεία για τους επισκέπτες αλλά και ταιριαστή με την έννοια του λιμανιού.

Το κτίριο έχει μνημειώδεις διαστάσεις, με μήκος 185 μέτρα και πλάτος 51 μέτρα. Η διάταξη των χώρων του περιγράφεται στο αφιέρωμα που είχε γίνει το 1971 από το περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα».

Στο ισόγειο είχαν διαμορφωθεί οι χώροι διακίνησης εμπορευμάτων και οι υπηρεσίες εκτελωνισμού, ενώ ο επάνω όροφος ανήκε στους επιβάτες και προς την πλευρά της πόλης παρείχε τη δυνατότητα απευθείας πρόσβασης στο μεγάλο πάρκινγκ που τότε ήταν υπαίθριο.

Στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο διαμορφώθηκε το «Good bye», ο χώρος αποχαιρετισμού που ακολουθούσε τα πρότυπα του τότε νέου αεροσταθμού στο Ελληνικό. Ηταν το πρώτο κτίριο στην Ελλάδα που διέθετε κυλιόμενες σκάλες για τους επιβάτες και μηχανικούς ιμάντες για τη διακίνηση των εμπορευμάτων.

Τα εγκαίνιά του είχαν γίνει τον Σεπτέμβριο του 1967, όταν δεν είχε αλλάξει μόνο το καθεστώς της χώρας αλλά και η εικόνα των ακτοπλοϊκών μεταφορών. Το μεταναστευτικό ρεύμα είχε σχεδόν μηδενιστεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ενώ η παγκόσμια τάση για κρουαζιέρες είχε στραφεί σε νέους προορισμούς εκτός Μεσογείου.

Το 1976, το εγκαταλειμμένο κτίριο φιλοξένησε τα «Ποσειδώνια», την πρώτη μεγάλη έκθεση που οργανώθηκε στη χώρα μας για τη ναυτιλία. Ταυτίστηκε με τον σημαντικό αυτό θεσμό ώς το 1984, αφού από την επόμενη χρονιά μετακόμισε σε άλλους χώρους μακριά από το λιμάνι και φέτος, που η συμμετοχή εκθετών ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, φιλοξενήθηκε στο εκθεσιακό κέντρο τού «Ελ. Βενιζέλος».

Το κτίριο, πριν κλείσει το 2004, φιλοξενούσε κατά καιρούς διάφορες εκθέσεις, ενώ είχαν διατεθεί σημαντικά κονδύλια για να κατασκευαστεί υπόγειος χώρος στάθμευσης και στην οροφή του να διαμορφωθεί πάρκο που φέρει το όνομα της Μελίνας Μερκούρη, που έκανε διάσημα τα «Παιδιά του Πειραιά» σε όλο τον πλανήτη.

1. Η κατεδάφιση δεν έγινε

Τα τελευταία χρόνια ο επιβατικός σταθμός είχε προταθεί να στεγάσει τα δικαστήρια του Πειραιά ή να περιέλθει στον δήμο. Κάποια στιγμή, προηγούμενη διοίκηση του ΟΛΠ είχε παρουσιάσει πρόταση για κατεδάφισή του, με πρόσχημα ότι υπήρχαν στατικά προβλήματα στη στέγη, ενώ στη θέση του πρότειναν να κατασκευαστεί πεντάστερο ξενοδοχείο.

2. Διατηρητέο

Τα σενάρια για τη δήθεν «αξιοποίηση» του εμβληματικού κτιρίου ακυρώθηκαν οριστικά το 2013, με την ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων που το χαρακτηρίζει διατηρητέο και θεωρεί τη στέγη του «σήμα κατατεθέν» για τη γύρω περιοχή.

3. Το «Παλατάκι»

Με την ίδια απόφαση κρίθηκε διατηρητέο μνημείο και το γειτονικό «Παλατάκι», το βασιλικό κυνηγετικό περίπτερο που είχε κατασκευαστεί στις αρχές του 20ού αιώνα και έχει πολυγωνική μορφή. Περιμένει την αξιοποίησή του, όπως και άλλα «κουφάρια» του Πειραιά, τα ημιτελή κτίρια, όπως ο «ουρανοξύστης» και η έπαυλη Ζαχαρίου στην Καστέλα.