Ενας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους σκηνοθέτες αποδεικνύει την παιδικότητά του με τον «Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα», διασκευάζοντας το τρυφερό, διασκεδαστικό παραμύθι του Ρόαλντ Νταλ. Στις αίθουσες και το χρηματιστηριακό θρίλερ της Τζόντι Φόστερ «Το παιχνίδι του χρήματος» με τους σταρ Τζορτζ Κλούνεϊ και Τζούλια Ρόμπερτς
Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας, (The BFG, Μεγ. Βρετανία, Καναδάς, ΗΠΑ, 2016, 117’) ★★★☆☆
Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
Ηθοποιοί: Μαρκ Ράιλανς, Ρούμπι Μπάρνχιλ, Πενέλοπι Γουίλτον, Ρεμπέκα Χολ, Τζεμέιν Κλέμεντ, Ρέιφ Σπολ, Μπιλ Χέιντερ
Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αγαπά την τέχνη, το όραμα, τα μέσα του σινεμά όσο τα παιδιά το παγωτό χωνάκι.
Κι αγαπά τα παιδιά, γιατί είναι κι ο ίδιος, ο ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, πεισματικά αποφασισμένος να παραμείνει συνομήλικός τους, στην ανοιχτοσύνη της σκέψης και της φαντασίας.
Ετσι, η διασκευή του ωραιότερου παιδικού μυθιστορήματος του Ρόαλντ Νταλ από τον Σπίλμπεργκ είναι ιδανική συγκυρία.
Η μικρή ορφανή Σόφι απάγεται από τον Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα (χωρίς ακόμα να ξέρει ότι είναι φιλικός) και μεταφέρεται στη Γιγαντοχώρα, όπου, όμως, είναι κι ο ίδιος «διαφορετικός» και παρείσακτος, γιατί προτιμά να τρώει ξυλάγγουρα αντί για παιδάκια, όπως κάνουν οι υπόλοιποι γίγαντες.
Σε όλες του τις ταινίες ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αγκαλιάζει και μεταδίδει την παιδικότητά του, πόσω μάλλον σε μια παιδική ταινία – και ποιος είπε ότι οι παιδικές ταινίες, σαν τα καλύτερα παραμύθια, δεν μπορούν να κρύβουν μέσα τους σκοτάδι αλλά και ώριμο ανθρωπισμό.
Ταινία live action που, μόνο χάρη στην τεχνική και τη δημιουργικότητά της, αφήνει την αίσθηση του animation.
Ιστορία ανάμεσα στο παραδοσιακό, το α λα Πίτερ Παν ή Γκιούλιβερ παραμύθι και σε μια κατά μέτωπο επίθεση στον συντηρητισμό και την πολιτική ορθότητα.
Η μαγική φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι, το score του Τζον Γουίλιαμς που μοιάζει σαν να υπήρχε ανέκαθεν, το σενάριο της Μελίσα Μάθισον που έφυγε από τη ζωή πριν ολοκληρωθεί η ταινία, η ερμηνεία του «καμουφλαρισμένου» Μαρκ Ράιλανς (του Βρετανού ηθοποιού που κέρδισε το Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για τη «Γέφυρα των Κατασκόπων» του Σπίλμπεργκ), που αποδεικνύεται γίγαντας της υποκριτικής.
Ενα φιλμ φτιαγμένο από αγαθούς γίγαντες και σοφά παιδιά, φωτεινό, τρυφερό, διασκεδαστικό, με απολαυστική λεξιπλασία, σε θαυμάσια ελληνική απόδοση και μ’ ένα παιχνιδιάρικο χιούμορ που αποτελείται από σκανταλιάρικα όνειρα και ανθρακούχες πράσινες βασιλικές πορδές.
Ενα φιλμ, από την άλλη πλευρά, που δεν φτάνει στην πρωτοτυπία και στις υπερβάσεις για τις οποίες άλλες φορές είναι ικανός ο σκηνοθέτης του.
Κλασικό, γεμάτο αγάπη και δημιουργικό πλούτο και, παρότι στην Ελλάδα βγαίνει χωρίς μεταγλώττιση, απευθυνόμενο στα παιδιά ή στους πρόθυμους μεγαλύτερους.
Το παιχνίδι του χρήματος ★★☆☆½
(Money Monster, ΗΠΑ, 2016, 98’)
Σκηνοθεσία: Τζόντι Φόστερ
Ηθοποιοί: Τζορτζ Κλούνεϊ, Τζούλια Ρόμπερτς, Τζακ Ο’Κόνελ
Η Τζόντι Φόστερ μπορεί να είναι, η ίδια, πολιτικά λαλίστατη, ωστόσο όταν σκηνοθετεί, όπως στο «Little Man Tate» ή στο αμφιλεγόμενο «The Beaver», το κύριο μέλημά της είναι η κινηματογραφική ψυχαγωγία.
Ετσι κι εδώ, εφορμά από ένα πολιτικό σχόλιο, αλλά περισσότερο φροντίζει να στήσει ένα γρήγορο θρίλερ.
Ο Λι Γκέιτς είναι ένας τηλεοπτικός παρουσιαστής που με χοντροκομμένη αισθητική και λαϊκίστικη προσέγγιση πλασάρει στο κοινό επενδυτικές συμβουλές στην εκπομπή του «Money Monster», με πολυετή σκηνοθέτη και παραγωγό την Πάτι Φεν.
Ο Λι θεωρεί τον εαυτό του celebrity, επιτυχημένο κι επιθυμητό, έως τη μέρα που στο στούντιο, σε ζωντανό γύρισμα, εισβάλλει ένοπλος ο Κάιλ, νεαρός μεταφορέας που έχασε όλα του τα χρήματα εξαιτίας των οδηγιών τού Λι.
Ο Κάιλ δεν θέλει να σκοτώσει τον Λι· θέλει να πάρει αληθινές απαντήσεις για τα βρόμικα «παιχνίδια του χρήματος».
Με το ενήλικο, κυνικό χιούμορ της, η Τζόντι Φόστερ καυτηριάζει όχι μόνο τη βαθιά απάτη πολλών επενδυτικών εταιρειών, αλλά και τον ναρκισσισμό και την καταστροφική ελαφρότητα των media και την αφέλεια με την οποία το κοινό τα παρακολουθεί.
Ωστόσο, η κριτική της παραμένει στερεοτυπική, επιδερμική και το σενάριο της ταινίας χτίζεται με ευκολίες.
Η ηρωίδα της, Τζούλια Ρόμπερτς, παραμένει σχηματική, ακόμα σημαντικότερο ο «απαγωγέας» του τηλεοπτικού χρόνου, ο ήρωας του Τζακ Ο’Κόνελ, δεν είναι παρά επιδερμικά διαμορφωμένος, ασήμαντος πίσω από την πράξη-καταλύτη του.
Απέναντί τους, ο Τζορτζ Κλούνεϊ, μ’ ένα ρόλο πιο πολυδιάστατο, δίνει μια διαρκώς μεταβαλλόμενη, γοητευτική ερμηνεία.
Ομως το πλεονέκτημα της ταινίας, εκτός από το εκτόπισμα της σκηνοθέτιδος και των πρωταγωνιστών της, δεν είναι ούτε τα νοήματα του σεναρίου ούτε οι ανάγλυφοι χαρακτήρες· είναι ότι, ως κλασικό θρίλερ, κρατά ψηλά την ένταση, αμείωτο το σασπένς.
Σαν ένα αρκετά αγωνιώδες, ξεκάθαρα ψυχαγωγικό φιλμ, στο οποίο η πολιτική κριτική δεν είναι παρά η σεναριακή αφορμή.
Δύο σεφ για μια γυναίκα, (Pension Complète, Γαλλία, 2015, 81’) ★☆☆☆½
Σκηνοθεσία: Φλοράν Σιρί
Ηθοποιοί: Φρανκ Ντιμπός, Ζεράρ Λανβέν, Πασκάλ Αρμπιγιό, Οντρέ Ντανά
Ο Φρανσουά είναι σεφ σ’ ένα πολυτελές παραθαλάσσιο εστιατόριο. Η εμμονή του να κατακτήσει ένα αστέρι Μισελέν είναι τέτοια που παραμελεί τη γυναίκα του, Σαρλότ, η οποία και έχει κληρονομήσει το εστιατόριο από τον πρώτο άντρα της που θεωρείται νεκρός.
Η επανεμφάνιση, όμως, του πρώτου συζύγου θα ανεβάσει επικίνδυνα τη θερμοκρασία στην κουζίνα.
Με φωτεινές στιγμές τα υπέροχα φωτογραφημένα γαστριμαργικά κατορθώματα, μια κακοπαιγμένη, κακογραμμένη, κακόγευστη και προβλέψιμη γαλλική κωμωδία, σαν μακαρονάδα ξαναζεσταμένη στα μικροκύματα.
Ο Νονός, (The Godfather, ΗΠΑ, 1972, 175’) ★★★★★
Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα
Ηθοποιοί: Μάρλον Μπράντο, Αλ Πατσίνο, Τζέιμς Κάαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ
Είναι το μυθιστόρημα του Μάριο Πούτσο και η μουσική του Νίνο Ρότα.
Ο καθηλωτικός Μάρλον Μπράντο και ο άβγαλτος Αλ Πατσίνο. Η περιγραφικότερη αναπαράσταση της «οικογένειας» του οργανωμένου εγκλήματος και, μαζί, η διαχρονική ιστορία του γιου που θέλει, αλλά δεν μπορεί, να διαφοροποιηθεί από τον πατέρα του.
Η αντιπαράθεση της σκοτεινής Νέας Υόρκης του 1945 με την παραδεισένια, ονειρική εξοχή της Σικελίας και με τον μοναδικό αισθησιασμό της Απολόνια.
Η αστείρευτη παρακαταθήκη από ατάκες διαθέσιμες για κάθε χρήση στη ζωή.
Οι σεκάνς που δεν τσιγκουνεύονται τον χρόνο, αλλά απλώνονται στις λεπτομέρειές τους και γίνονται, έτσι, τόσο πιο καθολικές και ουσιαστικές. Είναι η «εμπορική» ταινία που έκανε ο 33χρονος Φράνσις Φορντ Κόπολα απλώς για να μαζέψει λεφτά ώστε να μπορέσει να κάνει το «Αποκάλυψη Τώρα».
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ο «Νονός» τολμά να μοιάζει σαν να μην έχει περάσει από πάνω του ούτε μέρα, απόλυτα μοντέρνος, πυρετώδης, καθηλωτικός, στην αναπαράσταση ηρώων που νιώθουν θεοί, στην ατμόσφαιρα της εποχής και την ξενάγηση σ’ έναν κώδικα ηθικής με αιμάτινη σφραγίδα αυθεντικότητας.
Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες σε επανέκδοση, σε ψηφιακά αποκατεστημένες κόπιες (στο Θησείον, μάλιστα, σε 4Κ), απλώνοντας την ομορφιά της, πεντακάθαρη, στη μεγάλη οθόνη.
Κι αυτή είναι μια πρόταση που δεν μπορείτε ν’ αρνηθείτε.
