Σε πτώση, για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση, οδήγησε χθες τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια το ξεπούλημα των τραπεζικών μετοχών, εγείροντας ερωτήματα για την εγκυρότητα των στρες τεστ και των θετικών τους αποτελεσμάτων που ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (ΕΒΑ).
Στην Ιταλία, ο τίτλος της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας -και χειρότερης σε επίδοση στα στρες τεστ- Banca Monte dei Paschi di Siena υποχώρησε κατά 16,10% ενώ μεγάλες απώλειες σημείωσαν και οι μετοχές των Banca Pop Emilia Romane (-12,36%), Banca di Milano Scari (-10,29%) και Banco Popolare (-10,12%).
Ακόμη, η διαπραγμάτευση της μετοχής της μεγαλύτερης ιταλικής τράπεζας UniCredit ανεστάλη στο μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης κλείνοντας τελικά με πτώση 7,15%.
Εξίσου μεγάλη βουτιά σημείωσαν οι τίτλοι κορυφαίων τραπεζικών ιδρυμάτων και άλλων χωρών της Ε.Ε., όπως αυτοί των γερμανικών κολοσσών Commerzbank (-9,19%), Deutsche Bank (-4,79%), της ιρλανδικής Bank of Ireland (-6,18%), των γαλλικών Natixis (-6,07%), BNP Paribas (-4,33%), των ισπανικών Caixabank (-5,32%), Santander (-5,18%), BBVA (-4,89%), της πορτογαλικής Banco Commercial (-5,24%), της ολλανδικής ING (-4,64%) και βέβαια των δικών μας Εθνικής (-10,05%) και Alpha Bank (-6,29%).
Οι πανευρωπαϊκοί τραπεζικοί δείκτες Stoxx 600 Banks και Euro Stoxx Bank Index βυθίστηκαν κατά 2,9% και 4,9% αντίστοιχα παρασύροντας μαζί τους σε απώλειες μεγαλύτερες του 2,7% τα χρηματιστήρια του Μιλάνου και της Μαδρίτης και μεγαλύτερες του 1,7% τη Φρανκφούρτη και το Παρίσι.
Βασικές ενστάσεις
Το ξεφόρτωμα των ευρωπαϊκών τραπεζικών τίτλων αποδόθηκε από αρκετούς αναλυτές στις αμφιβολίες που υπάρχουν για την υγεία των ευρωπαϊκών τραπεζών και την κεφαλαιακή τους επάρκεια να αντέξουν ακόμη μία κρίση.
Υπάρχουν ενστάσεις για το αν τα τεστ αντοχής που πραγματοποίησε η ΕΒΑ στα 51 μεγαλύτερα ευρωπαϊκά τραπεζικά ιδρύματα αποτυπώνουν την πραγματικότητα.
Οι βασικές ενστάσεις εστιάζουν στο ότι σε αυτά δεν αποτιμήθηκε ούτε ο αντίκτυπος του Brexit ούτε αυτός των παρατεταμένων χαμηλών επιτοκίων στην κερδοφορία και τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Επίσης δεν λήφθηκαν υπόψη οι αρνητικές αποδόσεις των ομολόγων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οι επιπτώσεις τους στην τραπεζική κερδοφορία ή ακόμη η ποιότητα του ενεργητικού των ιδρυμάτων.
Επί της ουσίας, εκείνο που είναι ξανά εμφανές είναι ότι και σε αυτά τα τεστ δεν αποτυπώθηκε η πραγματικότητα.
Στο περιβάλλον παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας που δημιούργησαν στη γηραιά ήπειρο οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας και αυστηρής λιτότητας της γερμανικής ηγεμονίας, ακόμη και το πιο «χαϊδεμένο παιδί» του συστήματος, ο τραπεζικός τομέας, δεν μπορεί να παραγάγει κέρδη, δεν μπορεί να είναι υγιής.
Και έτσι, χωρίς δυνατότητα κερδοφορίας, χωρίς ουσιαστική εξυγίανση της οικονομικής τους θέσης από την κρίση του 2008, χωρίς αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας τους, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αποτελέσουν πιθανότατα σύντομα ξανά το πρόβλημα για οικονομία και κοινωνία.
Οι αναλυτές αναμένουν μείωση της κερδοφορίας τους κατά 18% φέτος. Ας σημειωθεί ότι από τον περσινό Ιούλιο, όταν και χτύπησαν το υψηλότερο επίπεδο από το κραχ του 2008, οι τίτλοι των ευρωπαϊκών τραπεζών έχουν χάσει περισσότερο από το 40% της αξίας τους, ή αλλιώς 560 δισ. δολάρια.
Οι απώλειες αυτές είναι μεγαλύτερες από τη συνολική αξία της χρηματιστηριακής αγοράς της Ιταλίας. Φέτος οι 2 από τις 3 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης χάνουν πάνω από το 20% της αξίας τους.
