Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι συντάκτες της Επισκόπησης στηρίζουν την άποψη αυτή στο γεγονός ότι έχει παρατηρηθεί ιστορικά χρονική υστέρηση μεταξύ της θετικής αναστροφής του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Διατυπώνεται μάλιστα η εκτίμηση ότι το πιστοδοτικό κενό (credit gap) για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα 34,5 δισ. ευρώ.

Ουσιαστικά, με την έκθεσή της αυτή η ΤτΕ τονίζει την προεξάρχουσα σημασία της αντιμετώπισης του τεράστιου όγκου των «κόκκινων» δανείων και μάλιστα προτρέπει τις τράπεζες να προβούν σε αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων τους (π.χ. περιορισμός του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων μέσω της αναχρηματοδότησης υφιστάμενων δανείων με ευνοϊκότερο για τις εταιρείες επιτόκιο, ανταλλαγή εταιρικού χρέους με μετοχικό κεφάλαιο κ.λπ.).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πως ο πιστωτικός κίνδυνος και η περαιτέρω επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Μάλιστα, τα νούμερα που συμπεριλαμβάνει στην έκθεσή της μάλλον την επιβεβαιώνουν.

• Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αποτελούν περισσότερο από το 44% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου, με ανάλογα ποσοστά για δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

• Το σύνολο των ανοιγμάτων σε ατομική βάση αυξήθηκε και διαμορφώθηκε το 2016 στο 45,1%, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης απομόχλευσης και της αναπροσαρμογής των δανείων σε εύλογη αξία.

Συγκεκριμένα, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων προς το σύνολο των ανοιγμάτων σε ατομική βάση αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο 44,2% το 2015 έναντι 39,9% το 2014.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2016 ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων προς το σύνολο των ανοιγμάτων σε ατομική βάση αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο 45,1%.

• Το συνολικό ποσό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανήλθε στα επίπεδα του 2015.

• Ο δείκτης για το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο διαμορφώθηκε στο 55,2%, για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο στο 44,6%, ενώ για το στεγαστικό χαρτοφυλάκιο στο 42%.

Πάντως η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση ελάχιστα φαίνεται ότι συνετέλεσε στην υποχώρηση του πιστωτικού κινδύνου.

Επισημαίνεται λοιπόν στην έκθεση σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, ότι ναι μεν υφίσταται σημαντική βελτίωση μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, αλλά σημειώνεται ότι ο πιστωτικός κίνδυνος δεν αναμένεται να υποχωρήσει σύντομα λόγω του ότι:

(α) Οι μακροοικονομικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις αναμενόμενες, οπότε στην περίπτωση αυτή οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμόσουν περαιτέρω τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για να αντιμετωπίσουν τις συνεχιζόμενες υποτονικές οικονομικές συνθήκες, καθώς και το περιβάλλον των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων.

(β) Η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της αφερεγγυότητας δεν αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

(γ) Η πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από το αναμενόμενο, οπότε τα μέτρα εξυγίανσης δεν θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν την περαιτέρω αύξηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

(δ) Μια ενδεχόμενη παράταση της ύφεσης στην ελληνική οικονομία επηρεάζει πτωτικά και τις αγορές ακινήτων, οπότε σε περίπτωση απώλειας του σταθερού εισοδήματος των νοικοκυριών, δεν θα είναι πλέον σε θέση να εξυπηρετήσουν το χρέος τους στα ενυπόθηκα δάνεια που έχουν λάβει ούτε με την πώληση του ακινήτου τους, ενώ από την άλλη πλευρά, θα επηρεαστεί σημαντικά και η δυνατότητα των τραπεζών να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά μέσω ρευστοποίησης των ενυπόθηκων εξασφαλίσεών τους.