Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παράσταση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, Παρασκευή και Σάββατο, θα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του. Δεν είχε προλάβει να διαδoθεί από το διαδίκτυο και τα ραδιόφωνα η είδηση ότι ο Δημήτρης Μαρωνίτης πέθανε χθες το πρωί σε ηλικία 87 ετών, ήταν γνωστό ότι πάλευε με τον καρκίνο, και το Εθνικό Θέατρο έστειλε με sms την απόφαση του Στάθη Λιβαθινού να τιμηθεί ο μεταφραστής της τραγωδίας που ανεβάζει στο αρχαίο αργολικό θέατρο.

Φαντάζομαι χιλιάδες θεατές να σηκώνονται όρθιοι για να χειροκροτήσουν έναν καθηγητή πανεπιστημίου, έναν διανοούμενο, έναν κορυφαίο αρχαιοελληνιστή και νεοελληνιστή συγχρόνως, που είχε καταφέρει εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία, να γίνει λαμπερό δημόσιο πρόσωπο, με πλήθος πιστών να ακολουθούν κάθε του εμφάνιση. Κυρίως αυτές που συνδέονταν με το θέατρο.

Καμία αντίφαση. Αυτός, ο «αιρετικός» της πανεπιστημιακής κοινότητας, θα χαιρόταν όσο τίποτα άλλο η τελευταία του αποθέωση να γίνεται σε θεατρικό χώρο. Δεν έκρυψε ποτέ ο μεταφραστής του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αισχύλου, αλλά πάνω από όλα των δύο ομηρικών επών, της «Οδύσσειας» και της «Ιλιάδας», ότι είχε πάντα, από μικρό παιδί στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, «μια παθολογική αγάπη» για το θέατρο.

Αυτή τον έκανε να παίξει, χωρίς καμιά αναστολή, το 1998 στην Επίδαυρο τον Παιδαγωγό, στην «Ηλέκτρα» του Δημήτριου Μαυρίκιου.

«Οπως λέει και ο Οσκαρ Ουάιλντ, “ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς τα πάθη του είναι να ενδίδει σ’ αυτά”. Ετσι κι εγώ ενέδωσα στο θεατρικό μου το πάθος», είχε πει τότε στην Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, στην «Ελευθεροτυπία». Και σε μια πρόσφατη, Απρίλιο του 2016, πολύ σημαντική συνέντευξή του στον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο για τo «lifo», δήλωνε: «Τίποτα δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη».

Ξεκινήσαμε από το θέατρο, αφού αυτό σημάδεψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κορυφαίου πνευματικού ανθρώπου. Ουρές στο Εθνικό Θέατρο για τις θεατρικές αναγνώσεις της «Οδύσσειας» και της «Ιλιάδας» του από τους καλύτερους ηθοποιούς μας (πρώτα επί Χουβαρδά, στη συνέχεια επί Λιβαθινού). Χιλιάδες ηρωικοί θεατές το καλοκαίρι του 2013 στην Πειραιώς 260 για την πεντάωρη «Ιλιάδα» του Λιβαθινού με τη διεθνή πορεία.

Οι μεταφράσεις του Ομήρου, που ξεκίνησαν τέλη δεκαετίας του 1980 και ολοκληρώθηκαν σιγά σιγά, ανάποδα, πρώτα η «Οδύσσεια», στη συνέχεια η «Ιλιάδα», που τη θεωρούσε το σπουδαιότερο έργο του, είναι όμως μόνο ένα από τα πολλά μεγάλα επιτεύγματα μιας ζωής αφοσιωμένης στη μελέτη, τη γραφή και τον θαρραλέο δημόσιο διάλογο. Mιας ζωής που ξεκίνησε το 1929 σε μια ταπεινή οικογένεια της Θεσσαλονίκης.

Πατέρας καπνεργάτης, αυτός τον πρωτοπήρε, όπως εξομολογήθηκε στον Χρήστο Αγγελάκο, σε συλλαλητήριο καπνεργατών στο λιμάνι της πόλης και τον έσπρωξε προς τη δημοκρατική Αριστερά. Μια σχέση που ποτέ δεν σταμάτησε, ακόμα κι όταν κατάλαβε ότι η Αριστερά «στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα», ακόμα κι όταν χαρακτήρισε πρόσφατα τον ΣΥΡΙΖΑ «εγκληματίες». «Υπάρχουν λέξεις, που δεν διαγράφονται, όπως η “αγάπη” και η “Αριστερά”, είχε πει στο «lifo».

Παιδί με τάση προς τα βιβλία και τη μελέτη, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, αφού έκανε πρώτα ένα μικρό πέρασμα από τη Θεολογική Σχολή της Αθήνας γιατί ήταν μια καλή ευκαιρία να βλέπει με μανία θέατρο. Για μεταπτυχιακά πήγε στη Γερμανία, το 1962 πήρε το διδακτορικό του από το ΑΠΘ και αρχίζει να διδάσκει αρχαία ελληνικά ως υφηγητής από το 1963 ώς το 1968.

Η χούντα, όμως, τον απολύει, τον συλλαμβάνει ως μέλος του ΠΑΚ μαζί με άλλα 73 άτομα (Ευάγγ. Γιαννόπουλο, Χρ. Σαρτζετάκη, Φ. Κούτσικο, Ν. Ιντζέ, Δ. Ραυτόπουλο κ.ά.) και τον στέλνει στη φυλακή για την αντιδικτατορική του δράση. Ο ίδιος δημοσίευσε αργότερα (1974), σε μια από τις επιφυλλίδες του στο «Βήμα», το τελευταίο μάθημα στους φοιτητές του.

Μία μόνο φράση τα λέει όλα: «Κρατήστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς, μ’ αυτό κυρίως θα πολεμήσετε τη βαναυσότητα της εξουσίας». Και άλλη μία, γενικότερη, δείχνει τον αντισυμβατικό, ελεύθερο χαρακτήρα του: «Μη φοβάστε τους ανθρώπους που έχουν ρωμαλέα πάθη: όσους οργίζονται, πίνουν και αγαπούν. Πολεμάτε μόνον τους κάπηλους της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας».

Οκτώ μήνες στο κελί του, έγραψε πάνω σε χαρτοπετσέτες το βιβλίο «Μαύρη γαλήνη» (Ροδακιό), ένα ημερολόγιο φυλακής, που το 2009 βρήκε τον δρόμο του στη σκηνή από τον Γιάννη Τσορτέκη, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Μετά τη χούντα επανέρχεται ως καθηγητής στο ΑΠΘ, όπου δίδαξε ώς το 1996, αναπτύσσοντας ένα ιδιαίτερο και απολύτως γοητευτικό για τους φοιτητές του ύφος, μ’ αυτή τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και την αμεσότητα που δεν ήταν ποτέ εις βάρος της ουσίας. «Πρέπει να είσαι περήφανος δάσκαλος», είχε πει στο «lifo». «Και να αισθάνεσαι διδάσκοντας ότι μαθητεύεις και ότι μαθητεύοντας αφήνεις να βγει μόνο του το δασκαλίκι».

Παράλληλα, και από το 1971, είχε ξεκινήσει την τακτική συνεργασία του με το «Βήμα της Κυριακής», που κράτησε ώς τον Ιούνιο του 2016. Οι επιφυλλίδες του ήταν ένα απαραίτητο ανάγνωσμα δεκάδων χιλιάδων αναγνωστών, μια φλογερή, παρεμβατική στήλη για τα πνευματικά, λογοτεχνικά και πολιτικά μας πράγματα. Αναβαν συζητήσεις, αλλά και έριδες (παροιμιώδης η διαμάχη του με τον Γιώργο Ιωάννου), αφού ο Μαρωνίτης διακρινόταν για την αιχμηρότητα των απόψεών του.

Πίσω από το λαμπερό δημόσιο πρόσωπο υπήρχε μέχρι τέλους ο ακάματος μελετητής και μεταφραστής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και ο θεωρητικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλη ιδιαιτερότητα και προσφορά του Δημήτρη Μαρωνίτη, αυτό το χωρίς στεγανά επιστημονικό του πάθος για τον Ηρόδοτο και τον Ησίοδο από τη μια (οι μεταφράσεις του γίνονταν μπεστ σέλερ), για τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Χειμωνά από την άλλη.

Εξηγούσε στη συνέντευξή του στο «lifo» ότι δεν είχε καμιά φιλοδοξία να πάει «από το Α στο Ω», ότι «αυτή η συνέχεια και συνοχή προέκυψαν μέσα από την ίδια τη ζωή» του και ότι ήταν «η γλώσσα» ο κοινός παρονομαστής των κειμένων με τα οποία ασχολήθηκε.

Ηταν παντρεμένος με την Ανθή Μαρωνίτη, με την οποία συνδέθηκαν στα φοιτητικά του χρόνια στη Γερμανία και έμειναν ο ένας δίπλα στον άλλο μέχρι τέλους. Απέκτησαν δύο κόρες, την ιστορικό Νίκη Μαρωνίτη και τη δημοσιογράφο και μεταφράστρια Εριφύλη. Αυτή έκανε γνωστό χθες το πρωί τον θάνατό του με ένα συγκινητικό ποστ στο facebook: «Εφυγε ο Μπαμπάς μας Μίμης Μαρωνίτης».

Η κηδεία του θα γίνει αύριο, Πέμπτη, στις 11 π.μ., από το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας

ΔΗΛΩΣΕΙΣ

Στάθης Λιβαθινός, διευθυντής Εθνικού Θεάτρου

Η αυθεντικότητά του σε κέρδιζε

Η δυσάρεστη είδηση δεν με ξάφνιασε. Ομολογώ ότι τον τελευταίο καιρό είχα μια ανησυχία για τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Γνώριζα ότι είναι άρρωστος. Πριν από τρεις μέρες ζήτησα από την κόρη του Εριφύλη να μου επιτραπεί να τον επισκεφτώ στο νοσοκομείο.

Ηθελα να του μεταφέρω το πολύ ωραίο κλίμα υποδοχής που είχε η παράσταση της «Αντιγόνης», στη δική του μετάφραση, όταν παίχτηκε στους Δελφούς. Τον είδα για δύο λεπτά. Ηταν η τελευταία εικόνα που έχω από αυτόν, όμως δεν είναι αυτή που κρατάω. Στη μνήμη μου θα μείνουν οι εικόνες από τις προσωπικές συναντήσεις στο στέκι μας, στο «Αερόστατο» στο Παγκράτι.

Είμαι χαρούμενος γιατί φέτος στο Εθνικό Θέατρο με τις αναγνώσεις της «Οδύσσειας» έκλεισε ένας κύκλος, μαζί με τη σειρά αναγνώσεων της «Ιλιάδας» που είχε ξεκινήσει ο Γιάννης Χουβαρδάς. Η παράσταση της «Αντιγόνης» ήταν το τελευταίο δώρο μου προς αυτόν.

Μια ελάχιστη απόδοση τιμής στη φιλία μας και την αμοιβαία εκτίμηση που μας ένωνε. Θεωρώ τη γνωριμία μου μαζί του ως τη μεγαλύτερη, την πιο σημαντική στη ζωή μου τα τελευταία χρόνια. Από το 2013 είμαστε φίλοι με τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο δεν θα τον θυμάσαι για το χιούμορ του -το οποίο ήταν βαθύ, υποδόριο, απευθυνόταν στο μυαλό σου- όσο για το πνεύμα του. Η αυθεντικότητά του σε κέρδιζε.

Πέρα από το λαμπερό μυαλό, την ευφυΐα του, σε εντυπωσίαζε με την προσωπική και έγκυρη ματιά που είχε στα πράγματα. Ηταν αξιαγάπητος έως και λατρευτός χωρίς να προσπαθεί καθόλου να γίνει αρεστός. Αυτό στη διάρκεια της φιλίας μας ήταν ένα μάθημα για μένα.

Τα είχε όλα γραμμένα στα παλιά του τα παπούτσια, δεν χρωστούσε σε κανέναν, του άρεσε να είναι ο εαυτός του. Εχω στα χέρια μου το βιβλίο του με την αφιέρωση: «Μέμνησο»… Η παράσταση, φυσικά, αφιερώνεται στον Δημήτρη Μαρωνίτη.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, διευθυντής Ελληνικού Φεστιβάλ

Αναγεννησιακός άνθρωπος

Με τον Μίμη γνωριζόμασταν πάνω από 30 χρόνια, είχαμε χαθεί και ξαναβρεθεί πολλές φορές, μοιραζόμασταν κοινούς φίλους. Θαύμαζα, θαυμάζαμε όλοι τον εμπνευσμένο κλασικό φιλόλογο, αλλά και τον σχεδόν αναγεννησιακό άνθρωπο, με το τεράστιο εύρος γνώσεων και ενδιαφερόντων, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατείχε το θέατρο.

Δυο φορές λοιπόν το θέατρο μας έφερε πιο κοντά: το 2009, όταν μας εμπιστεύτηκε τη «Μαύρη Γαλήνη», ένα συνταρακτικό κείμενο που έγραψε το 1973, κρατούμενος στις φυλακές της χούντας, που το σκηνοθέτησε και το ερμήνευσε ο Γιάννης Τσορτέκης στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Οσοι το είδαν το θυμούνται. Και το 2015, όταν μας έδωσε την εξαίρετη μετάφραση του «Αίαντα» του Σοφοκλή, ήρθε στις πρόβες μας μαζί με την Ανθή, έγραψε κείμενο για το πρόγραμμα, παρακολούθησε συγκινημένος την παράσταση, αυτή τη φορά μαζί και με τις κόρες του, την Εριφύλη και τη Νίκη. Συγκινημένος επίσης δέχτηκε την αποθέωση, το εννοώ, από το κοινό, που όρθιο τον χειροκροτούσε επί ώρα. Ηταν δύσκολος άνθρωπος, όπως δύσκολοι είναι οι εμμονικοί. Κι ευχαριστώ την τύχη γι’ αυτή τη συνάντηση.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας, συγγραφέας

Κορτάριζε τη φιλολογία

Τον Δ.Ν. Μαρωνίτη τον γνώρισα τυχαία στο Λονδίνο το 1970. Εγώ βρισκόμουν εκεί για μεταπτυχιακές σπουδές, εκείνος κυνηγημένος από το καθεστώς της χούντας, μπαινόβγαινε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Μέσα στην καρδιά της βρετανικής φιλολογικής επιστήμης, μιλώντας μαζί του, κατάλαβα πώς η φωνή αυτού του ανθρώπου, που ήταν κάπως γνωστός το 1970 αλλά που δεν είχα διαβάσει κείμενά του, έμελλε να σβήσει πολλές κλασικές φωνές φιλολόγων της δύσης.

Αργότερα, διαβάζοντας τα κείμενά του, ένιωθα τη σπίθα μιας διαφορετικότητας. Δεν είχαν καμιά σχέση με τον ανόσιο και σχολαστικό τρόπο γραφής της κυρίαρχης τα χρόνια εκείνα ακαδημαϊκής κοινότητας.

Από τότε λοιπόν που έγινα αναγνώστης του και αργότερα που συνδεθήκαμε προσωπικά -είχε μάλιστα την ευγένεια και την καλοσύνη να γράψει ωραία πράγματα για μένα-, μας ένωσε μια στενή και εγκάρδια φιλία. Κάθε φορά που έπαιρνα στα χέρια μου ένα καινούργιο βιβλίο του, έλεγα: «Ρε Μίμη, να γράψω πάλι;». Μου απαντούσε σκωπτικά: «Να γράψεις κάτι ορθότερο από το προηγούμενο»…

Ο Μαρωνίτης ήταν ένας φιλέταιρος, κορτάριζε τη φιλολογία και, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν συγχρόνως και φιλόλογος επιδειξίας. Τι σημαίνει αυτό; Γνώριζε ότι διέθετε φιλολογικά κάλλη και τα προέβαλλε με μεγάλη οίηση. Εκανε τον ταπεινόφρονα. Το συζητάγαμε συχνά αυτό γελώντας.

Κάπως έτσι πορεύτηκα με τον Μαρωνίτη από το 1973 που γύρισα στην Ελλάδα. Η φιλία μας είχε πολλές λαμπρές στιγμές κι άλλοτε αποχωριζόμαστε ο ένας τον άλλον για δικούς μας λόγους. Ηταν ο πρώτος κανονικός δάσκαλός μου. Κι αυτό του το οφείλω. Εσαεί.

Δηλώσεις για τον θάνατο του Δημήτρη Μαρωνίτη έκαναν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης, η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το ΚΚΕ και το Ποτάμι.

Επίσης ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς, ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης και η αναπληρώτρια υπουργός Σία Αναγνωστόπουλου, ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης.

Από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο ανακοινώσεις έβγαλαν το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ (ο Δημήτρης Μαρωνίτης υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του το διάστημα 1989-1990), το Ελληνικό Φεστιβάλ, η Εταιρεία Συγγραφέων, η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, κ.ά.