Σ’ έναν από τους φαρμακερούς αφορισμούς του ο Τσέζαρε Παβέζε είχε τονίσει: «Μία και μόνο ηδονή υπάρχει, να είσαι ζωντανός, όλα τ’ άλλα είναι αθλιότητα».
Ως γνωστόν, ο θεωρούμενος ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα στην Ιταλία (και παντού) αυτοκτόνησε στα σαράντα δύο του χρόνια. (Υπάρχει μια εξαιρετική εισαγωγή στο έργο του από τον Παναγιώτη Κονδύλη, στο βιβλίο «Το επιτήδευμα της ζωής», εκδόσεις «Στιγμή».)
Σημειώνει εκεί ότι το μεγάλο θέμα του συγγραφέα είναι «οι σχέσεις υπάρξεων αποκλεισμένων σε μια ριζική ιδιωτικότητα». Πώς, όμως, ανατέμνει τις σχέσεις αυτές; Ούτε με γαλήνη ούτε με αφ’ υψηλού ειρωνεία, «αλλά με το πάθος και με την εμμονή, με τη μανία του πληγωμένου και τσουρουφλισμένου, ο οποίος θέλει να ξέρει τι είναι ό,τι τον πονά και από πού προέρχεται».
Πιθανώς αυτό το πάθος τον οδήγησε στην τελευταία πράξη. Δεν μπορείς να ζεις συνεχώς μέσα στην ένταση, μέσα στη φωτιά, δεν μπορείς να αναρωτιέσαι κάθε μέρα για τον πόνο, τις απαρχές του είδους, τη σύγκρουση των σχέσεων.
Οφειλε να προφυλαχτεί απ’ αυτή τη βυθοσκόπηση μέσα του και την αναμέτρησή του με το πνεύμα· είχε αδρά παραδείγματα των Λεοπάρντι – Νίτσε – Βαν Γκογκ. Η δημιουργία θέλει ανάσες κοινωνικότητας, θέλει τη θωπεία ενός ανθρώπινου χεριού, μια φιλική οινοποσία, ανέμελη, ήπια, αμέριμνη. Εβλεπε (ήξερε) ότι η δημιουργία διαμορφώνεται μέσα από αντίθετες τάσεις, ότι έπρεπε να συνθέσει και να ταιριάξει αυτές τις τάσεις.
Ποιες είναι αυτές οι τάσεις; Το ασυνείδητο και το συνειδητό. Από τη μια ο σκοτεινός κόσμος και από την άλλη οι απαιτήσεις της κοινωνίας, η συνεννόηση, η συνύπαρξη, η ηθική κ.ά.
Τα ήξερε όλα αυτά, προχώρησε εν τούτοις στην ανυπαρξία συνειδητά. Αναιρεί αυτό το έργο του; Οχι βέβαια, μάλιστα ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για τη μορφή του και την αισθητική του (και όχι τόσο για το περιεχόμενο).
Είναι ξεχωριστοί τέτοιου βεληνεκούς δημιουργοί και οφείλουμε να τους πλησιάζουμε με προσοχή, με θάρρος εννοώ. Γιατί έχουν εκτεθεί γενναία και απέναντι στην κοινωνία του καιρού τους και στο πνεύμα το ίδιο (και όχι μόνο στην ιστορικότητά του).
Ας κρατήσουμε ό,τι μπορεί να μας βοηθήσει ώστε να συνεχιστεί ανώδυνα η παρουσία μας στον πλανήτη Γη, πρόσχαρα και ηδονικά. Αν η μόνη ηδονή είναι το να είσαι ζωντανός, πού πάνε όλοι οι αξιακοί κώδικες, το νόημα, η ελευθερία, το δίκαιο, η ισότητα; Ε, αν παραμείνουμε ζωντανοί, θα βρούμε μια απάντηση.
Θέλω να πω (ο Νίτσε μιλάει στη «Χαρούμενη Γνώση») «ότι ο κόσμος είναι ξέχειλος από ωραία πράγματα, μολαταύτα όμως είναι φτωχός, πολύ φτωχός σε ωραίες στιγμές και σε αποκαλύψεις αυτών των πραγμάτων».
Κανένα μνημόνιο, καμιά κυβέρνηση και καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να αφαιρέσει από τη ζωή το ξεχείλισμα από ωραία πράγματα· μπορεί να τα πνίγουν, να τα κρύβουν, αλλά δεν μπορούν να τα αφανίσουν.
Είμαστε καταδικασμένοι να περιβαλλόμαστε από ωραία πράγματα· να βρούμε και τις ωραίες σκέψεις, τα ωραία συναισθήματα, ό,τι μας κρατάει ζωντανούς. Ναι, η ζωή είναι ηδονή, όπως και το να παραμένει κανείς ζωντανός. Για τα άλλα οψόμεθα.
