Στο ΣτΕ καταφεύγει προϊσταμένη μεταφραστικού τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών η οποία απολύθηκε οριστικά για απιστία όταν διαπιστώθηκε ότι συμμετείχε σε κύκλωμα που πουλούσε παράνομες μεταφράσεις σε πολίτες.
Στην προσφυγή της υποστηρίζει πως της είχαν ανατεθεί, με προφορική εντολή, τα πρόσθετα καθήκοντα του συγκεκριμένου μεταφραστικού τμήματος.
Εκείνη απλώς υπέγραφε τα μεταφρασμένα έγραφα, ενώ το βάρος ελέγχου των λοιπών στοιχείων το είχε άλλη υπάλληλος.
Τέλος, επικαλείται νομικούς ισχυρισμούς ακυρότητας της πειθαρχικής απόφασης.
Για την υπόθεση αυτή η αστυνομία ξεκίνησε την έρευνα έπειτα από ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία υπάλληλοι της μεταφραστικής υπηρεσίας του υπουργείου συνεργάζονταν παράνομα με μεταφραστές εκτός υπουργείου, από τους οποίους αντλούσαν μεγάλες αμοιβές.
Είχε επίσης καταγγελθεί ότι στα μεταφρασμένα κείμενα μπαίνουν αριθμοί πρωτοκόλλων που έχουν ήδη χορηγηθεί κατά το παρελθόν και δεν κόβονται αποδείξεις για τα μεταφραστικά τέλη.
Ορισμένοι υπάλληλοι τέθηκαν υπό παρακολούθηση. Ενα πρωί, αστυνομικοί κατάσχεσαν από υπάλληλο του υπουργείου μεταφρασμένα έγγραφα τα οποία δεν είχαν συνημμένες τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων, ούτε τα ροζ αποκόμματα των αποδείξεων.
Εφεραν όμως σφραγίδα του υπουργείου Εξωτερικών και τη σφραγίδα της μεταφράστριας, καθώς και την υπογραφή τής εν λόγω προϊσταμένης του μεταφραστικού τμήματος.
