Ηταν 29 Αυγούστου 2004. Οι μαραθωνοδρόμοι των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, στην ιστορική διαδρομή από τον Μαραθώνα προς το Παναθηναϊκό Στάδιο βρίσκονταν στο ύψος του Χολαργού (36ο χλμ. της κούρσας) και επικεφαλής ήταν ο Βαντερλέι Κορντέιρο ντε Λίμα.
Τότε ξαφνικά ένας Ιρλανδός μπήκε στον δρόμο και έσπρωξε τον Βραζιλιάνο αθλητή προς το πλήθος.
Επρόκειτο για έναν ιερέα, καθαιρεθέντα πλέον, με διαταραγμένη προσωπικότητα και αρκετό αλκοόλ στο αίμα του (όπως έδειξαν οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε).
Το απρόοπτο αυτό στέρησε από τον Βαντερλέι κάθε ελπίδα για την πρώτη θέση, αλλά αυτός κατάφερε τελικά να ανεβεί στο βάθρο παίρνοντας το χάλκινο μετάλλιο.
Τερμάτισε με το χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του, χόρεψε από τη χαρά του και δεν μπήκε στη διαδικασία να κατηγορήσει ή να διαμαρτυρηθεί, κερδίζοντας τον θαυμασμό θεατών, τηλεθεατών και της διεθνούς αθλητικής κοινότητας.
Γι’ αυτό του απονεμήθηκε και το μετάλλιο «Πιερ ντε Κουμπερτέν» από τη ΔΟΕ.
Η ύψιστη τιμή όμως στο πρόσωπο του Βαντερλέι Κορντέιρο ντε Λίμα ήρθε το βράδυ της Παρασκευής.
Ο 47χρονος πρώην δρομέας άναψε τον βωμό στο «Μαρακανά», στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο ντε Ζανέιρο.
Σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια των διοργανωτών, τελευταίος λαμπαδηδρόμος θα ήταν ο πιο αναγνωρίσιμος Βραζιλιάνος στα πέρατα του κόσμου, ο Πελέ.
Ομως ο 76χρονος βετεράνος ποδοσφαιριστής επικαλέστηκε προβλήματα υγείας και ο Βαντερλέι ήταν αυτός που είχε την τιμή. Καλύτερα έτσι…
Γιατί αναδεικνύεται το «ευ αγωνίζεσθαι» ως κορυφαία αθλητική αξία.
Και άναψε έναν μικρό, ταπεινό βωμό, τοποθετημένο μπροστά από ένα γλυπτό με κάτοπτρα που μεταφέρει το φως της φλόγας σαν ήλιος…
Ηταν μία από τις πολλές όμορφες στιγμές μιας τελετής έναρξης γεμάτης ζωντάνια, χρώμα, ρυθμό. Γεμάτης από Βραζιλία.
Στοίχισε 10 φορές λιγότερο απ’ ό,τι η αντίστοιχη του Λονδίνου και την επιμέλειά της είχε ο μεγάλος σκηνοθέτης Φερνάντο Μεϊρέλες (υποψήφιος για Οσκαρ και Χρυσή Σφαίρα για το αριστουργηματικό «Πόλη του Θεού») που διηγήθηκε την ιστορία της χώρας του, των ιθαγενών, των Πορτογάλων κατακτητών, των τροπικών δασών και της καταστροφής τους, των σκλάβων και της αστικής επανάστασης –όλα αυτά ντυμένα με τη ραπ από τις φαβέλες, τη σάμπα, την μπόσα νόβα.
Μετατρέποντας το «Μαρακανά» σε πασαρέλα για την εντυπωσιακή Ζιζέλ Μπούντχεν ή σε τεράστιο σαμπαδρόμιο για τις σχολές σάμπα της πόλης…
«Ελπίζω ότι η τελετή χρησίμευσε σαν φάρμακο για την κατάθλιψη που περνάει η χώρα μου», είπε ο Μεϊρέλες. Και είναι αλήθεια ότι για μερικές ώρες ξεχάστηκαν τα τόσα προβλήματα του προολυμπιακού Ρίο ντε Ζανέιρο και της Βραζιλίας.
Στο χρώμα και τον παλμό συντέλεσαν επίσης οι αθλητές.
Η Σοφία Μπεκατώρου έγινε η πρώτη γυναίκα σημαιοφόρος για την Ελλάδα, οπότε και η πρώτη γυναίκα επικεφαλής της παρέλασης στην ιστορία των Αγώνων.
Η οποία έκλεισε με τα μεγάφωνα να παίζουν το «Aquarela do Brasil» του Αρι Μπαρόζο και το ενθουσιώδες «Μαρακανά» να απογειώνεται για να υποδεχθεί την ομάδα της διοργανώτριας…
