Κίνηση αυτοτελούς ανάπτυξης υποδομών χαρακτηρίζεται η απόφαση της Vodafone και της Wind να προχωρήσουν στην κοινή εμπορική αξιοποίηση των δικτύων οπτικών ινών που διαθέτουν ή θα αναπτύξουν στο άμεσο μέλλον.
Χθες οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν την υπογραφή μνημονίου αλληλοκατανόησης (MoU), το οποίο προβλέπει χρονοδιάγραμμα για «έξυπνες» επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς υπερυψηλών ταχυτήτων που απευθύνονται κυρίως σε επιχειρήσεις και επιστημονικές ομάδες. Επιτρέπει επίσης την ανάπτυξη νέων πρωτοβουλιών στον τομέα της τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας.
Σήμερα, οι δύο εταιρείες, όπως και οι άλλοι εναλλακτικοί πάροχοι σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, internet και συνδρομητικής τηλεόρασης, διαθέτουν δίκτυο οπτικών ινών που όμως καλύπτει μόνον περιοχές υψηλού εμπορικού ενδιαφέροντος και στην υπόλοιπη χώρα εξυπηρετούνται από το «παραδοσιακό» δίκτυο του ΟΤΕ, πληρώνοντας τέλος χρήσης.
Είναι ένας νέος τομέας συνεργασίας για τις συγκεκριμένες εταιρείες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν προχωρήσει στην από κοινού χρήση κεραιών κινητής τηλεφωνίας σε όλη τη χώρα εκτός από τα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ ώς τον Σεπτέμβριο πρέπει να έχουν αποσαφηνίσει το ενδιαφέρον τους για τη Forthnet, που στην ουσία αφορά τη Nova.
Ψηφιακή σύγκλιση
Η συνεπένδυση είναι μια πρακτική που ακολουθείται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να θεωρείται ότι νοθεύει τον ανταγωνισμό. Είναι άλλωστε μια πολιτική που ενθαρρύνεται από την Ε.Ε. και συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της Ψηφιακής Σύγκλισης.
Η Vodafone στην ανακοίνωσή της επικαλείται ανάλογες πρωτοβουλίες στην Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία.
«Απαιτείται μακροπρόθεσμη αντίληψη για επενδύσεις και τεχνολογίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του μέλλοντος, προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να υποστηρίξει την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη», επισημαίνει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Χάρης Μπρουμίδης.
Ο Νάσος Ζαρκαλής, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Wind, τονίζει: «Προχωράμε στο μεγάλο βήμα της δημιουργίας σταθερών υποδομών νέας γενιάς, γιατί πιστεύουμε ότι θα διαδραματίσουν κυρίαρχο ρόλο στην καθημερινότητα του Ελληνα και στην ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ψηφιακής οικονομίας στη χώρα μας».
