Στις τραυματικές εμπειρίες του γιου τους από τη συμμετοχή του στον πόλεμο του Αφγανιστάν αποδίδουν το μακελειό της περασμένης Παρασκευής στο Ντάλας οι γονείς του 25χρονου «cop killer» Μάικα Τζόνσον.
Στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησαν σε αμερικανικό ιστότοπο, και οι δύο γονείς –που είχαν πάρει διαζύγιο όταν ο Μάικα ήταν πέντε ετών, το 1996– συμφώνησαν πως ο γιος τους είχε αλλάξει μετά την εμπειρία του στον αμερικανικό στρατό.
Οπως είπε χαρακτηριστικά η μητέρα του, Ντελφίν, «ο στρατός δεν ήταν αυτό που ο Μάικα περίμενε ότι θα ήταν… Ηταν πολύ απογοητευμένος. Πολύ απογοητευμένος. Αγαπούσε την πατρίδα του, γι’ αυτό αποφάσισε να υπηρετήσει. Πίστευε πως ο στρατός πρεσβεύει τα ιδανικά της χώρας μας, αλλά απογοητεύτηκε πάρα πολύ».
Ο Τζόνσον υπηρέτησε συνολικά για έξι χρόνια, ως τεχνικός: η ειδικότητά του ήταν οι ξύλινες και μεταλλικές κατασκευές στα διάφορα στρατόπεδα όπου υπηρέτησε, αφού είχε εκπαίδευση ξυλουργού.
Ο 55χρονος πατέρας του νεαρού φονιά, Τζέιμς, ανεφέρε επίσης πως μετά την ουσιαστική αποπομπή του από τον στρατό, στην οποία συνέβαλαν και οι καταγγελίες γυναίκας συναδέλφου του για σεξουαλική παρενόχληση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Αφγανιστάν για οκτώ μήνες το 2014, ο Μάικα άρχισε να «δείχνει συμπάθεια» σε ομάδες μαύρων εξτρεμιστών και συγκεκριμένα σε δύο νόμιμες οργανώσεις «αυτοάμυνας» των μαύρων, το «New Black Panther Party» (το Κόμμα των Νέων Μαύρων Πανθήρων, που ιδρύθηκε στο Ντάλας) και την «African American Defense League», στελέχη της οποίας είχαν ενθαρρύνει με μηνύματά τους τη χρήση βίας ως «αντίποινα» εναντίον λευκών αστυνομικών.
Ο ίδιος πάντως είχε πει στους μεσολαβητές πριν πεθάνει ότι δεν σχετιζόταν με καμιά ομάδα, αν και οι έρευνες στον υπολογιστή του έδειξαν ότι είχε εμμονή με την ιστορία της δουλείας και της συνεχιζόμενης καταπίεσης των Αφροαμερικανών.
Οι γονείς του τόνισαν πάντως πως ο γιος τους δεν είχε εκφράσει ανοιχτά φυλετικό μίσος εναντίον των λευκών και πως η νονά του, με την οποία είχε πολύ καλές σχέσεις, ήταν λευκή.
Παρ’ όλα αυτά, οι πρόσφατες εν ψυχρώ δολοφονίες μαύρων πολιτών στη Μινεάπολη και το Μπάτον Ρουζ της Λουιζιάνα τον έκαναν να αρχίσει να εκφράζει οργή και μίσος για τους αστυνομικούς: «Πραγματικά λυπάμαι για τα θύματα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έκανε κάτι τέτοιο. Αγαπώ τον γιο μου, και μισώ αυτό που έκανε» είπε ο Τζέιμς Τζόνσον για τον φόνο των πέντε αστυνομικών και τον τραυματισμό άλλων επτά.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο Μπαράκ Ομπάμα επισκέπτεται σήμερα το Ντάλας, εν μέσω νέων διαδηλώσεων ενάντια στην αστυνομική βία σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ, αλλά και οξύτατων αντιδράσεων για τον πρωτοφανή τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκε τελικά ο Τζόνσον από την αστυνομία – με έναν εκρηκτικό μηχανισμό τον οποίο τοποθέτησε δίπλα του ένα τηλεχειριζόμενο ρομπότ (ένα MARCbot της εταιρείας Exponent, «δώρο» από τα αποθέματα του στρατού ξηράς), σχεδιασμένο για εξουδετέρωση βομβών…
Πολλοί Αμερικανοί αναλυτές αλλά και απλοί πολίτες ανησυχούν για την αυξανόμενη «στρατιωτικοποίηση» της αστυνομίας, εκφράζουν την ανησυχία τους για την ασφάλεια ομήρων και αθώων διερχομένων και απορούν γιατί ο (εξοπλισμένος με πολεμικό τουφέκι και αλεξίσφαιρο γιλέκο) Τζόνσον δεν εξουδετερώθηκε με άλλα, μη θανατηφόρα μέσα.
