Πρόκειται για μια σύνθεση που μάλλον μόνο ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ζουράρις θα μπορούσε να πραγματοποιήσει και μάλιστα με μόνα βέλη στη φαρέτρα του τις λέξεις. Την ίδια τη γλώσσα.
Το τελευταίο του βιβλίο, που τόσα σχόλια ακούστηκαν εξαιτίας του εξωφύλλου του (έχει γίνει χρήση μιας παλαιότερης φωτογραφίας της ολυμπιονίκου Βούλας Πατουλίδου), αλλά κανένα για το οπισθόφυλλο (εικονίζεται η κόρη του, Ιοκάστη, μικρή) φέρει τον κυριολεκτικό τίτλο «Ξηγητάρια», καθώς είναι το πρώτο βιβλίο του Ζουράρι που ενέχει επεξηγηματικό γλωσσάρι!
Ουσιαστικά πρόκειται για μια υφολογικά προσκυνηματική μελέτη όλης της ελληνικής γλώσσας, με τα έμμετρα, προσωδιακά στοιχεία να εμπνέονται από την Ιλιάδα, τον Πίνδαρο και τον Ακάθιστο Υμνο και τα υπόλοιπα να παρουσιάζονται ως ένα έμμεσο εγκώμιο στον Αριστοφάνη, τον Ζαμπέλιο και τον Ροΐδη.
Αυτά καταλάβαμε εμείς, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει πως πρόκειται για «μια πλακατζίδικη, εγκωμιαστική της ελληνικής γλώσσας, λυσιμέλεια. Τουτέστιν κατάκαβλος».
Η αγάπη του Κωνσταντίνου Ζουράρι για τη γλώσσα δεν είναι κάτι το καινούργιο. Ο ίδιος έχει εξομολογηθεί πως μέσω αυτής και μόνο μπόρεσε να δει τόσο τον ίδιο του τον εαυτό ως καθηγητή και αριστερό αλλά και την ίδια την ιστορία της χώρας μας, καθώς και της ίδιας της Αριστεράς.
Και ενώ θα περίμενε κανείς από έναν διανοούμενο όσο μεγαλώνει να γράφει όλο και πιο ξύλινα και δοκιμιακά, ο Κ. Ζουράρις τολμάει την αυτοσάτιρα μέσα από τα «Ξηγητάρια» του. Ο ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Ιωάννης Καζάζης, το εξηγεί αναλυτικά:
«Το βιβλίο αποτελείται από έξι κείμενα. Εξι ασκήσεις γραφής με λεξικογραφικές (αυτοβιογραφικές, κάποτε εξομολογητικές) “επεξηγήσεις”. Οι ασκήσεις ανήκουν σε γραμματολογικά είδη (παιδικό παραμύθι, εκκλησιαστικό στιχηρό, χαιρετισμοί στην Παρθένο, επινίκιος ύμνος στη βραβευμένη αθλήτρια σε πανελλήνιους αγώνες), γραμμένα με τον τρόπο του Ρωμανού του Μελωδού, ή του Πινδάρου –προπάντων όμως με τον τρόπο του ακροβατούντος σε απόκρημνα ρήματα αμίμητου Κώστα Ζουράρι: Τα κείμενα κυμαίνονται από παρωδίες έως μιμήσεις, πάντα με πολύ μεγάλη δόση υπερβολής και υπέρβασης».
Και συνεχίζει: «Υπάρχει εδώ μια ηδονή καθαρά γλωσσική ηδονή των ήχων, ως καθαρού ακούσματος, σχεδόν σαρκική (φυσική του και ομαλότατη συνέχεια και ο διάχυτος ερωτισμός).
»Μ’ αυτήν παντρεύεται έπειτα και η ηδονή της λογιοσύνης: η ηδονή του αλεξανδρινού λογίου και φιλολόγου, που θηρεύει τη σπάνια, την ιδιωματική και διαλεκτική λέξη, που, μπαίνοντας ως κάτι σπάνιο και άτριφτο σε κείμενα που προορίζονται για γενικό, πια, ακροατήριο, μεταποιείται, βίαια και πολύ προκλητικά, σε ποιητικό τιμαλφές. Κίνηση που σκανδαλίζει, ερεθίζει και κινητοποιεί τον ακροατή».
Ποιον ακροατή όμως; «Τον λεπταίσθητο γνώστη. Αυτόν που γνωρίζει διότι αναγνωρίζει, κάτω από την απλή συγχρονική επιφάνεια της λέξης, τις προηγούμενες στρώσεις νοήματος που αυτή προσέλαβε διά της χρήσης της σε ποικίλα χωρία. Συμπαρασύρει έτσι τον αναγνώστη σε κείμενα τιμημένα που έδωσαν νέο “νόημα”, κάποτε ακόμη και νέες “σημασίες” ακόμη στην πιο κοινή λέξη. Αυτό κάνει και ο Ζουράρις».
