Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεταφράζουν μερικοί τον εαυτό τους σε πέτρα και φως, άλλοι σε όρη και ποτάμια και λίμνες· είναι και μερικοί δύσμοιροι που ασφυκτιούν ή χαροπαλεύουν σε φυλακές και ψυχιατρεία και νοσοκομεία ή, το πολύ, στο πάρκο της γειτονιάς τους γιατί δεν έχουν τα μέσα να πάνε κάπου αλλού να δροσιστούν.

Και πώς, με ποια καλή διάθεση να κάνουν περιπάτους μέσα τους, να δουν διαφορετικές θάλασσες και λαμπρούς ήλιους· μια αόρατη τεθλασμένη η ζωή των πολλών, χωρίς υπερηφάνεια και γενναιότητα, χωρίς περιπέτειες, χωρίς κινδύνους, χωρίς γνώση ηφαιστείων και ανεξερεύνητων ωκεανών.

Αρέσκονται να μη γνωρίζουν το μέλλον, δυσφορούν, όμως, και με το παρόν, άχαρο και άνοστο, μολυβένιο και συννεφιασμένο· ανυπομονούν εντούτοις να ’ρθει ένα καλύτερο αύριο, να εκπληρωθεί μια ανομολόγητη επιθυμία (ο Θεός κι η ψυχή τους).

Φτωχοί καθώς είναι βλέπουν μόνο τα κοντινά πράγματα, η ψυχή τους δεν έχει το κουράγιο να ατενίσει μακρινούς και άγνωστους ορίζοντες, να κολυμπήσει σε καθαρά νερά θαλάσσης, διάολε, να δονηθεί από την τρικυμία στα σωθικά που προκαλεί ένα δροσερό ποτήρι γεμάτο με μυτιληνιό ούζο ή με μια ελαφριά και εύγευστη ελληνική μπίρα.

Οχι άλλη υπακοή στον νόμο, αυτό θέλουν οι πάσχοντες και οι πένητες (οι νέοι και οι ηλικιωμένοι), αλλά είναι βαρύς ο πέλεκυς (του νόμου και της σύμβασης), όποιος εγκλημάτησε ή αρρώστησε θα πληρώσει.

Δεν λέμε για τις φυλακές και τα νοσοκομεία, για τους φτωχούς ο λόγος που ούτε εγκλημάτησαν ούτε αρρώστησαν, αλλά και εγκλημάτησαν (επέτρεψαν σε μια ολιγαρχία να τους αφαιμάσσει) και αρρώστησαν (έχασαν τη φωνή τους από την αδιανόητη επίθεση του επίσημου κράτους εναντίον τους).

Δεν λέμε ότι φταίνε οι φτωχοί για την τύχη τους· αυτά τα λένε μόνο οι Αμερικανοί που τους θεωρούν μίασμα για τον πραγματισμό τους και για το αμερικάνικο όνειρο. Οι Ευρωπαίοι έχουν καταληφθεί από την ίδια ιδεοληψία τις τελευταίες δεκαετίες.

Ανάμεσα στους φτωχούς και τη ζωή η απεραντοσύνη, ένα χάσμα που ρουφάει αχόρταγα επενδύσεις και εξεγέρσεις, τον λόγο και το παράλογο. Μόνο που, συχνά, εισχωρεί ο φθόνος στις ψυχές των φτωχών και χτίζει εκεί τον πύργο της ματαιοδοξίας και της εκδικητικότητας, τρέφοντας το σκουλήκι της νοσηρής σκέψης.

Τι είναι η νοσηρή σκέψη; Μα, η πουτάνα η κοινωνία, ποτέ η δειλία μας ή η δουλοφροσύνη μας, ή η ραθυμία μας (ημών των φτωχών…).

Βρε μπας και νιώθουμε ευγνωμοσύνη (σε ποιον;) γι’ αυτήν μας την αθλιότητα; Μήπως όλα οφείλονται στην ατέλειά μας ως όντων;

Μήπως δεν βρήκαμε τον σωστό τρόπο τροφής, πέψης και σκέψης και μήπως η ημερήσια διάταξη διαβίωσης καταρτίζεται από άλλους; Δεν υπάρχουν παιδιά, εγγόνια να τραβήξουν την ανία και δεν υπάρχουν γονείς και δάσκαλοι να ανοίξουν έναν δρόμο στους νέους;

Αβάσταχτο να μην υπάρχουν αξίες· μήπως η φύση είναι αξία; Η κοινωνία όμως είναι. Μ’ αυτήν πώς τα βγάζει πέρα ο φτωχός, τώρα που η ζέστη επιτίθεται πάνοπλη και ανηλεής.

Ετσι κι αλλιώς δεν φέρουμε μέσα μας ακανόνιστους γαλαξίες να αντιδράσουν (!) να καταπιούν τους λαβυρίνθους των φτωχών, των αρρώστων, των φυλακισμένων. Ενας κόσμος ηττών, χωρίς γέλιο και σθένος· πώς αντέχεται ένας τέτοιος κόσμος; Και ποιοι, επιτέλους, οι εμπόλεμοι;