Πικρές μέρες για εμάς τους μπασκετικούς. Πρώτα είδαμε την «επίσημη αγαπημένη» Εθνική να αποκλείεται από τους Ολυμπιακούς, παίζοντας κακό μπάσκετ αλάνας, και πριν από λίγες μέρες μάθαμε ότι μετά τον Διαμαντίδη άλλος ένας εμβληματικός αρχηγός, ο Τιμ Ντάνκαν, αποφάσισε να σταματήσει.
Ετσι απλά, με ένα δελτίο Τύπου για αντίο – σε αντίθεση με το πρόσφατο «τσίρκο» του Κόμπε Μπράιαντ. «Μπορούσα να παίξω κι άλλο, αλλά κάποια στιγμή, την περασμένη σεζόν, ένιωσα ότι δεν ευχαριστιόμουν το παιχνίδι όπως παλιά. Αμα κάτι δεν έχει πια πλάκα, για μένα έχει τελειώσει», είπε απλά, στη μοναδική συνέντευξη που έδωσε.
Ούτε τετρασέλιδο δεν φτάνει για να απαριθμήσει κανείς τα κατορθώματα -ατομικά και ομαδικά- του γερο-Τίμι, του κατά γενική ομολογία κορυφαίου πάουερ φόργουορντ που πάτησε ποτέ στο παρκέ. GOATPUFF, που λένε και στο Αμέρικα – Greatest Of All Time Power Forward.
Στα 19 χρόνια που πρωταγωνίστησε στο κορυφαίο πρωτάθλημα -όλα στην ίδια ομάδα, τους Σπερς, και με τον ίδιο προπονητή, τον Γκρεγκ Πόποβιτς- φόρεσε πέντε δαχτυλίδια (1999, 2003, 2005, 2007 και -το γλυκύτερο όλων- 2014), βγήκε τρεις φορές πολυτιμότερος παίκτης των τελικών και συμμετείχε σε 15 All-Star παιχνίδια.
Η ισορροπία του σε άμυνα και επίθεση υπήρξε μοναδική. Ο μεγάλος αντίπαλός του στο πρώτο μισό της καριέρας του, ο Σακίλ Ο’Νιλ, είπε ότι ο Ντάνκαν έπαιζε «σαν να ήταν η διασταύρωση του Χακίμ Ολάζουον με τον Μπιλ Ράσελ»! «Δεν μπόρεσα ποτέ να τον “σπάσω”. Ηταν άθραυστος…
Τον έσπρωχνα, τον έβριζα, του έβαζα τριάντα πόντους στα μούτρα, κι αυτός κάθε φορά επέστρεφε καλύτερος», είπε προχθές ο θηριώδης σέντερ των Λέικερς. Ο «Σακ» τού είχε βγάλει και το παρατσούκλι Big Fundamental – ο «Θεμελιώδης Ψηλός», αυτός που κατέχει όλα τα βασικά του μπάσκετ.
Πολλοί ψηλοί παίζουν μπάσκετ γιατί, απλά, είναι ψηλοί. Ο Ντάνκαν έπαιζε σαν κοντός, με το μυαλό – αυτό του επέτρεψε να προσαρμοστεί στις συνεχείς αλλαγές του παιχνιδιού και να παραμείνει ανταγωνιστικός ακόμη και στα σαράντα του, όταν πια δεν μπορούσε να τρέξει ή να πηδήξει.
Ξεκινώντας το 1997 κοντά στο καλάθι σαν «δίδυμος πύργος» παρέα με τον «Ναύαρχο» Ντέιβιντ Ρόμπινσον, στη συνέχεια «αντέγραψε» παρέα με τους Πάρκερ και Τζινόμπιλι το θρυλικό πικ-εν-ρολ των Στόκτον- Μαλόουν.
Και μετά, όταν το κορμί του άρχισε να βαραίνει από τα χρόνια και τους τραυματισμούς, έγινε πλέι μέικερ ρακέτας, όπως άλλωστε όλοι οι Σπερς της περιόδου του Beautiful Game, που έκρυψαν κυριολεκτικά την μπάλα θυμίζοντας… Χάρλεμ!
Γίνεται να παίξεις το καλύτερό σου μπάσκετ στα 38 σου, ενώ δεν πηδάς πια ούτε εφημερίδα; Γίνεται! Το απέδειξαν το 2014 κόντρα στον Λεμπρόν οι… πιτσιρικάδες στην ψυχή Τίμι και Μάνου.
Ομως δεν θέλω τούτη την ώρα του αποχαιρετισμού να μιλήσω γι’ αυτά του τα «μετρήσιμα» επιτεύγματα. Γιατί τελικά, όπως και με τον «Μήτσο», είναι τα μη μετρήσιμα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού, τα λεγόμενα intangibles, που τον έκαναν τόσο σπουδαίο, κι αυτόν και την ομάδα της οποίας υπήρξε φυσικός αρχηγός: πάντα οι Σπερς του έπαιζαν ο ένας για τον άλλον, σαν να μη γνώριζαν ότι στο μπάσκετ κρατάνε ατομική στατιστική. Επιτρέψτε μου, όμως, να εξηγήσω τι εννοώ.
Αλήθεια, γιατί γινόμαστε φίλαθλοι/οπαδοί, γιατί ασχολούμαστε τόσο πολύ με τα σπορ; Δεν είναι μόνο από βαρεμάρα: η κοινωνιολογία διδάσκει πως, σε αυτούς τους μοντέρνους καιρούς της ανελέητης ιδιωτείας, όπου οι παραδοσιακές δομές κοινωνικοποίησης (η οικογένεια, η εκκλησία, το κόμμα κ.ά.) υποχωρούν, η «ένταξη» σε μια ομάδα προσφέρει στους ανθρώπους πολύτιμα ψυχολογικά στηρίγματα, ένα παράλληλο σύμπαν που σου επιτρέπει να παραβλέπεις τη ρουτίνα της καθημερινότητας, αλλά και ένα πρόσθετο πεδίο επικοινωνίας τόσο με τους «ομοϊδεάτες» σου όσο και με τους αντιπάλους.
Παράλληλα, τα σπορ, ως κομμάτι της βιομηχανίας του θεάματος, αποτελούν μια σύγχρονη γεννήτρια μύθων και ηρώων, αλλά και προτύπων (κυρίως καταναλωτικής πια…) συμπεριφοράς, σε μια κατεξοχήν απρόσωπη και αντιηρωική εποχή, όπου όλα -ακόμη και ο έρωτας ή ο πόλεμος- μοιάζουν τετριμμένα και «σικέ».
Τέτοιοι πλαστικοί «ήρωες» έχουν κατασκευαστεί αμέτρητοι τα τελευταία χρόνια στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και στα άλλα ομαδικά αλλά και ατομικά αθλήματα.
Στη δεκαετία του 1990 ένας εκπληκτικός παίκτης, ο «αέρινος» Μάικλ Τζόρνταν, ξεχώρισε από τους υπόλοιπους και έγινε ο πρώτος πολυδισεκατομμυριούχος αθλητής – ένας μπίζνεσμαν που παράλληλα έπαιζε και μπάσκετ. Τα ΜΜΕ και οι σπόνσορες «φούσκωσαν» τόσο πολύ την εικόνα του, ώστε ο GOAT Τζόρνταν έγινε μεγαλύτερος από το ίδιο το σπορ.
Το χειρότερο; Ολοι οι μετέπειτα σούπερσταρ -ο Κόμπε, ο Σακίλ, ο Αϊβερσον, ο Λεμπρόν, ο «ρίψασπις» Ντουράντ σήμερα- έκαναν τα πάντα για να του μοιάσουν.
Κι έτσι το μπάσκετ έγινε όλο και πιο ατομικό, όλο και πιο επιδεικτικό – με τους μεγάλους παίκτες να ασχολούνται περισσότερο με το (εξωγηπεδικό) ίματζ και τα ατομικά στατιστικά, και λιγότερο με το πώς θα κάνουν τους συμπαίκτες τους καλύτερους.
Ολοι; Οχι βέβαια. Ο Ντάνκαν κυριάρχησε στο άθλημα, πλούτισε, αλλά δεν έχασε ποτέ την ψυχή του, τον δικό του δρόμο στα γήπεδα και στη ζωή.
Στα 14 έχασε τη μάνα του από καλπάζοντα καρκίνο: πριν πεθάνει τον έβαλε να ορκιστεί πως θα τελείωνε το πανεπιστήμιο – όπως κι έκανε, κόντρα στις σειρήνες και στα δολάρια του ΝΒΑ.
Σπούδασε ψυχολογία, που τον βοήθησε να μπαίνει στο μυαλό των αντιπάλων και να διατηρεί την πνευματική ισορροπία και την παροιμιώδη στωικότητά του τόσο στις νίκες όσο και -κυρίως- στις ήττες.
Οσοι αγάπησαν πραγματικά τον «Τιμόθεο» δεν το έκαναν τόσο για τους θριάμβους του -άλλωστε σπάνια πανηγύριζε-, ούτε για την απαράμιλλη συνέπεια και διάρκειά του, αλλά για την αξιοπρέπεια και τη σεμνότητα με την οποία αποδεχόταν τις ήττες, για τον τρόπο με τον οποίο «κουβαλούσε» την ομάδα και ενθάρρυνε τους συμπαίκτες του τις δύσκολες ώρες, όταν όλα έμοιαζαν χαμένα.
Για τον σεβασμό στους αντιπάλους και το κοινό τους. Για την παλικαριά με την οποία έπαιρνε την ευθύνη στις λύπες, αλλά μοιραζόταν τη δόξα στις χαρές.
Για τη μεγαλοψυχία με την οποία «ψαλίδιζε» μόνος την αμοιβή του όσο γερνούσε, ώστε να μπορέσει η συγκριτικά φτωχή, «επαρχιακή» ομάδα του να αποκτήσει καλύτερο σύνολο.
Γιατί Τιμ σημαίνει… Team – ομάδα: μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος παίκτης, αλλά μάλλον ήταν ο καλύτερος συν-παίκτης όλων των εποχών, ένας αρχηγός που έκανε τα πάντα για να μην ξεχωρίζει από την ομάδα.
