Παλαιότερα θεωρούσα πως ο Κωστής Μαραβέγιας σκαρώνει τραγούδια αστικού τύπου. Ο στίχος του και η μουσική, αυτό το ιταλιάνικο στιλ του, ταίριαζε περισσότερο σε αστικό τοπίο. Ηδη στην Αθήνα ήταν σούπερ σταρ όταν στην επαρχία μόλις άρχιζε να γίνεται γνωστός. Αυτό αποτελεί παρελθόν εδώ και καιρό.
Ο Κωστής εξελίχθηκε, βούτηξε πιο πολύ στην Ελλάδα (του σήμερα και του παρελθόντος) και να τώρα, καλλιτέχνης ολοκληρωμένος πια. Το νέο του άλμπουμ, το πέμπτο κατά σειρά, το «Κατάστρωμα», που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες, το αποδεικνύει.
Θα το ακούσουμε και στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, 24, 25 και 26 Ιουνίου. Ξεκίνησε για μία συναυλία, η μία έγινε δύο και οι δύο έγιναν τρεις. Εισιτήρια υπάρχουν μόνο για το live της Κυριακής, οπότε σπεύσατε όσοι ενδιαφέρεστε.
«Δώδεκα καινούργια τραγούδια και κάπως έτσι στο Μέγαρο, όπου η συναυλία κρατάει δυο ώρες και κάτι, δεν ξέρεις τι να πρωτοπαίξεις», μας λέει ο Κωστής Μαραβέγιας. Δίλημμα να σου πετύχει, ε; «Ερχεται λοιπόν η στιγμή που πια διαβαθμίζεις και προσδίδεις ποιοτικά χαρακτηριστικά στα τραγούδια που έχεις γράψει.
»Ετσι, είναι αυτά που προκρίνονται κι αυτά που “κόβονται”. Ταξική διαστρωμάτωση και στα τραγούδια ένα πράγμα. Ο δε νέος δίσκος προφανώς θα παιχτεί όλος και αυτούσιος. Είναι ο πιο μελωδικός που έχω κάνει και ο πιο ανοιχτός από άποψη ενορχήστρωσης.
»Από λαούτα και μπουζούκια μέχρι όμποε και φλάουτα. Φυσικά όπως πάντα δύο τρομπόνια, ακορντεόν και λοιπά γνωστά πληκτροειδή, vox και hammond, αλλά και πολλά άλλα. Επίσης έχει τύμπανα μόνο σε δυο τραγούδια. Στα υπόλοιπα μόνο κρουστά».
Πόσο αναγκαίο (και γοητευτικό) είναι, αν είναι, ένας καλλιτέχνης να επιχειρεί μία στροφή στον ήχο του; «Για μένα είναι ζωτικής σημασίας η ανανέωση. Οχι όμως σαν φτηνός νεωτερισμός, αλλά σαν να μπαίνεις σε πιο βαθιά νερά. Το θέμα έχει να κάνει με το πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η στροφή. Τόσο ώστε να μη σε πετάξει έξω.
» Γιατί δεν πρέπει να χάνεται ο συνδετικός κρίκος με το παρελθόν· πρέπει να υπάρχει συνοχή και συνέχεια και την ίδια στιγμή να μην επαναλαμβάνεσαι.
»Μα τελικά στην τέχνη όλα θέμα δοσολογίας είναι. Πόσο, πού και τι. Οι πρώτοι ακροατές πάντως του δίσκου μού λένε πως διακρίνουν μια μεγάλη αλλαγή. Εγώ πάλι όχι. Θεωρώ πως έχει μια εξέλιξη το ύφος και ο ήχος, αλλά όχι ότι είναι κάτι εντελώς αλλαγμένο».
Βρίσκω την ευκαιρία να τον ρωτήσω εμμέσως γι’ αυτό που σας είπα στην αρχή, για τα τραγούδια αστικού τύπου. Είναι διαφορετικό το κοινό της επαρχίας από αυτό της Αθήνας; Αντιδρά διαφορετικά στις συναυλίες; «Υπάρχει καμιά φορά στα μικρά μέρη μια μεγαλύτερη αθωότητα», απαντάει.
«Μια ευγενική συστολή στις αντιδράσεις, στο χειροκρότημα, στο γέλιο, στον χορό. Ισως επειδή στις μικρότερες κοινωνίες οι άνθρωποι γνωρίζονται και μεταξύ τους, οπότε δεν αφήνονται εντελώς ελεύθεροι.
»Λατρεύω όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα τελευταία χρόνια στον πολιτικό και όχι μόνο βίο της χώρας διακρίνω πολλές ακρότητες. Γωνίες, αιχμές και επιθετικότητα.
»Οχι προφανώς στις συναυλίες, αλλά σε μια ευρύτερη καθημερινότητα. Ο δημόσιος λόγος είναι ο χειρότερος των τελευταίων ετών. Μακάρι να υπήρχε ένα κούμπωμα στην αμετροέπεια, στον αχαλίνωτο παρορμητισμό που πολλές φορές γίνεται επιθετικός και ανθρωποφαγικός».
Το έζησε αυτό ο Κωστής παλαιότερα, όταν έκανε ένα άστοχο, κατά τη γνώμη μου, σχόλιο για τα ελεύθερα παγκάκια στην πόλη. Ηταν κακή η συγκυρία, ο Νίκος Ρωμανός τότε έκανε απεργία πείνας και η Αθήνα καιγόταν. Πώς αντεπεξήλθε τελικά; Μετουσίωσε το περιβόητο παγκάκι σε τραγούδι.
«Μα αυτή είναι η λύτρωσή μου και το ύστατο καταφύγιό μου. Να κάνω τις στενοχώριες και τις πίκρες, τις βρισιές και τις απειλές, τις χαρές και τις μεγάλες συγκινήσεις, μουσική και στιχάκια, μελωδίες και ρυθμό.
»Να χτυπάει το τύμπανο ρυθμό ζεϊμπέκικο και σαν νεόκοπος ρεμπέτης να υψώνω ξανά τη φωνή μου στην “Παρεξήγηση του Φάουστ” και να επιμένω πεισματικά: “Ψυχραιμία, όχι βία”. Και να αφηγούμαι τις περιπέτειες που έζησα, είτε στα καταστρώματα σε ανοιχτές θάλασσες είτε στην αστική ζούγκλα είτε στον προσωπικό μου παράδεισο».
