Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης είναι από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας ο νέος διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η Ελίζ Ζαλαντό, γενική διευθύντρια του θεσμού, αυτόν τελικά επέλεξε και εισηγήθηκε στο Δ.Σ., που ψήφισε την πρότασή της στη διάρκεια μιας μακράς συνεδρίασης.
Η επιλογή του μπορεί να θεωρηθεί ομόφωνη, έστω κι αν τον καταψήφισε ένα από τα επτά μέλη του Δ.Σ. (Γιώργος Αρβανίτης, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Γιώργος Χριστιανάκης, Γιώργος Τούλας, Σπύρος Πέγκας, Κυριακή Μάλαμα).
Εχοντας στα χέρια της σοβαρές υποψηφιότητες και δύσκολο, συνεπώς, έργο, η Ελίζ Ζαλαντό βρήκε στο πρόσωπο του 53χρονου Ορέστη Ανδρεαδάκη τον συνδυασμό ανανέωσης αλλά και συνέχειας του Φεστιβάλ, που επιθυμούσε.
Ανανέωσης, διότι ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (από το 2007) απέδειξε ότι είναι γεμάτος νέες, φρέσκες ιδέες που κινητοποιούν το κοινό.
Και συνέχειας, διότι την ίδια στιγμή δεν θυσίασε την ουσία, την ιστορικότητα και την ποιότητα του προγράμματος, κυνηγώντας απλώς τις κινηματογραφικές μόδες.
Εστω κι αν κάποιοι (καλλιτεχνικός τομέας ΣΥΡΙΖΑ την εποχή των «αυταπατών») συχνά-πυκνά κατήγγελλαν τις «Νύχτες Πρεμιέρας» ως ένα ιδιωτικό φεστιβάλ, που προωθεί συμφέροντα (πρόεδρός του η Μαρία Μπόμπολα) και τορπιλίζει το κρατικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Με άλλα λόγια, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης κέρδισε τη θέση του διευθυντή, ήτοι του υπεύθυνου για το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, κάνοντας σαφές ότι όσες καινοτομίες και να υιοθετήσει, δεν θα αμφισβητήσει την κατεύθυνση του Φεστιβάλ: τη στήριξη του ανεξάρτητου, ποιοτικού και πρωτοποριακού σινεμά, και βέβαια, την προβολή των ελληνικών ταινιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες μας, ένας είναι ο κοινός στόχος Ζαλαντό-Ανδρεαδάκη: η αξιοποίηση των ταλέντων των εργαζομένων, απλών υπαλλήλων και προγραμματιστών, που στηρίζουν με πάθος τον θεσμό και δεν μπορούν να θεωρούνται διεκπεραιωτές ρουτίνας, αλλά συνδημιουργοί μιας μεγάλης ευρωπαϊκής διοργάνωσης.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο διάδοχος του Δημήτρη Εϊπίδη αναδείχτηκε κατά κάποιο τρόπο από τα σπλάχνα του θεσμού. Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης ήταν συνεργάτης του Φεστιβάλ (1994-2000), όπως άλλωστε και οι εξαιρετικοί συνυποψήφιοί του Γιώργος Κρασσακόπουλος και Δημήτρης Κερκινός.
Η διαδικασία ανάδειξης διευθυντή έδειξε ότι υπάρχει μια φουρνιά νέων ανθρώπων με γνώσεις, πείρα και φιλοδοξίες να αναλάβουν ευρύτερες ευθύνες στον κινηματογραφικό χώρο.
Σ’ αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα πατάει και η απόφαση της Ελίζ Ζαλαντό και του Δ.Σ. να συστήσουν Τμήματα Προγράμματος και Επιλογής Ταινιών και στα δύο Φεστιβάλ (Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ), τα οποία θα στελεχωθούν «με έμπειρα και καταξιωμένα στελέχη, που θα συνεργάζονται με τον διευθυντή στα καλλιτεχνικά του καθήκοντα».
Η καινοτομία αυτή δεν είναι με καμία έννοια «ψαλίδισμα» των αρμοδιοτήτων του Ανδρεαδάκη (πάντα είχε μια στενή ομάδα προγραμματιστών και στις «Νύχτες Πρεμιέρας»). Βοηθά, όμως, σίγουρα στην ανάδειξη νέων προσώπων, μια ανάγκη που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είχε υποτιμήσει τα προηγούμενα χρόνια.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέραμε εδώ τον έτερο ισχυρό διεκδικητή της θέσης του διευθυντή, τον Μισέλ Δημόπουλο, που δημιούργησε και ανέδειξε το Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1992-2005).
Αν και η Ζαλαντό έχει στενούς (και προσωπικούς) δεσμούς μαζί του και πολλοί θεωρούσαν σχεδόν βέβαιη την επικράτησή του, είναι φανερό ότι η γενική διευθύντρια είδε την επιλογή του ως ένα είδος επιστροφής στο παρελθόν -άδικο, θα λέγαμε.
Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης διαδέχεται τον Δημήτρη Εϊπίδη σε μια δύσκολη οικονομικά συγκυρία. Επιπλέον δοκιμάζεται για πρώτη φορά στην πράξη η διαρχία: απαιτείται η καλή συνεργασία του διευθυντή, που έχει την ευθύνη για το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, με την τυπικά και ουσιαστικά προϊσταμένη του γενική διευθύντρια, της οποίας οι αρμοδιότητες είναι οικονομικές και γενικής στρατηγικής.
Ο νέος διευθυντής εγκαταλείπει τις «Νύχτες Πρεμιέρας» (που πρέπει να συνεχίσουν, η Αθήνα τις έχει ανάγκη) και επιστρέφει με άλλους όρους πια σε ένα φεστιβάλ που αγαπά και γνωρίζει καλά (το κάλυπτε επί χρόνια ως δημοσιογράφος και κριτικός σε «Ελεύθερο Τύπο», «Αυγή», MEGA, «Σινεμά»). Και συγχρόνως βάζει ακόμα ένα προσωπικό στοίχημα στην πάντα αφοσιωμένη στον κινηματογράφο καριέρα του.
Γεννήθηκε το 1963 στο Ηράκλειο Κρήτης, τελείωσε τη Σχολή Σταυράκου και από το 1986 έως το 1991 έζησε κατά διαστήματα σε Γαλλία και Ελβετία παρακολουθώντας μαθήματα (σινεμά, ιστορία Τέχνης κ.λπ.) και εργαζόμενος σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές.
Η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε το 2013 τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και Τεχνών. Εχει μια κόρη, την 23χρονη Χλόη, από την πρώην σύζυγό του, την κριτικό σινεμά Κάτια Μπέργκερ, κόρη του διάσημου και βραβευμένου με Booker συγγραφέα και κορυφαίου θεωρητικού Τέχνης Τζον Μπέργκερ.
