Εμφανίστηκαν στον ελληνικό εκδοτικό χώρο πριν από δύο χρόνια με το βιβλίο «DJ’ – Σύντομη Ιστορία του Λυρισμού», μια επιλογή 45 «tracks» –έργων από τον Κάτουλλο ώς τον Τζόις μεταφρασμένων από τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη– και μας εξέπληξαν. Σήμερα, αφού ακολούθησαν κι άλλοι τίτλοι, οι εκδόσεις «Sestina» αποτελούν πλέον σημείο αναφοράς για τους βιβλιόφιλους.
Ψυχή της «Sestina» είναι η Ευαγγελία Κουλιζάκη. Με σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, μπήκε στον χώρο του βιβλίου ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια. «Ξεκίνησα από τον “Κέδρο” με τη μετάφραση του “Overdose’’, ενός βραβευμένου μυθιστορήματος του Αυστραλού Luke Davis – μια “καταραμένη” ιστορία αγάπης που έγινε ταινία με πρωταγωνιστή τον Heath Ledger και τον τίτλο “Candy”, που είναι και ο πρωτότυπος του βιβλίου. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με τη μετάφραση. Στη συνέχεια άρχισα να δουλεύω ως αναγνώστρια. Κατόπιν στο τμήμα ξένης λογοτεχνίας του “Κέδρου” και αργότερα της “Ηλέκτρας”, με ό,τι συνεπάγεται αυτό – όπως τις επισκέψεις στις ετήσιες Διεθνείς Εκθέσεις Βιβλίου στο Λονδίνο και τη Φρανκφούρτη, επαγγελματικές εμπειρίες επιμορφωτικές από κάθε άποψη. Παράλληλα “έτρεχε” η συνεργασία μου με το ένθετο “Βιβλιοθήκη” της “Ελευθεροτυπίας” και με άλλα έντυπα, όπως τα περιοδικά “Ανατολικός”, “Φουαγιέ”, “Highlights” και το “Books’ Journal” με το οποίο συνεργάζομαι ώς και σήμερα. Συμμετείχα και στο σχήμα των εκδόσεων “Ars Nocturna”, μάλιστα με τα παιδιά από εκεί έχουμε ακόμα μια πολύ καλή συνεργασία και διάφορες ιδέες για το πώς θα μπορούσαμε, ίσως, να συλλειτουργήσουμε. Πέρασε συνεπώς μία δεκαετία από τη μετάφραση στον “Κέδρο” μέχρι να δημιουργηθεί η “Sestina”. Η προηγούμενη εμπειρία, δηλαδή, που είχα συγκεντρώσει και η επιθυμία να φτιάξω κάτι δικό μου εξέβαλαν, εν τέλει στη “Sestina”. Είχα την αρχική ιδέα κι ευτυχώς βρήκα κόσμο με την ίδια τρέλα ώστε να μπορέσει να το υποστηρίξει».
Η sestina είναι ποιητική φόρμα που έχει τις ρίζες της στον 12ο αιώνα. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη φόρμα ήταν ο Γάλλος τροβαδούρος Arnaut Daniel, ενώ το αποθέωσαν ως μορφή ο Δάντης και ο Πετράρχης – αλλά και ο Philip Sydney και πιο σύγχρονοι, όπως ο W. H. Auden, ο Ezra Pound, η Elisabeth Bishop. «Είναι μια φόρμα αρκετά περίπλοκη, ενδεχομένως λίγο εστέτ, αλλά νομίζω ότι αντανακλά τη γραμμή που θα ήθελα να έχουν οι εκδόσεις “Sestina” μακροπρόθεσμα, που σαφώς έχει σχέση με την ποίηση, ίσως και με μια επιστροφή στην παραδοσιακή φόρμα, κάτι που υποστηρίζεται κι από την πρώτη επιλογή έκδοσης που έγινε, το “DJ’ – Σύντομη Ιστορία του Λυρισμού”∙ σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε για να υποστηρίξει και να αναδείξει τη γραμμή των εκδόσεων. Φυσικά αυτό το σχήμα έχει ανοίξει και θα ανοίξει κι άλλο».
Το θέατρο
Η παλαιότερη ενασχόλησή της με το θέατρο, άλλωστε, είναι αυτή που την ωθεί να στοχεύει μελλοντικά και στην έκδοση θεατρικών κειμένων, παρ’ όλο που οι Ελληνες αναγνώστες δεν έχουν τόση εξοικείωση με το συγκεκριμένο είδος. «Στην Ελλάδα δεν διαβάζουμε θέατρο γιατί προτιμούμε να το δούμε στη σκηνή. Εμένα, όμως, αυτό που με ενδιαφέρει πάντα –και πρωτίστως– είναι το κείμενο, χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία της σκηνικής του αναπαράστασης. Αντίστοιχα και με το δοκίμιο, είναι ένα είδος με το οποίο οι περισσότεροι αναγνώστες δεν έχουν εξοικείωση – κι όμως είναι απολύτως συνειδητή η επιλογή να το εκδίδω. Το δοκίμιο θέλει φοβερές δεξιότητες, απαιτεί έναν συνδυασμό ποίησης και μαθηματικών και προϋποθέτει ένα ταλέντο διπλής όψεως: συγγραφικό ταλέντο, αλλά και αναγνωστικό ταλέντο».
Ολοι οι τίτλοι που έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις «Sestina» αποτελούν σημεία αναφοράς για το σύγχρονο ελληνικό βιβλίο. Οι «Σημειώσεις για τη ρουλέτα – για όλους και για κανέναν» του Ηρακλή Λογοθέτη, ένα βιβλίο αφιερωμένο στον φίλο και συνοδοιπόρο του στις νυχτερινές περιπλανήσεις, τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη, είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο για τη ρουλέτα, ένα ιδιοσυστασιακό βιβλίο για το πάθος του τζόγου, μια αποτύπωση της ανθρωπογεωγραφίας της νύχτας, που βρίθει λογοτεχνικών αναφορών. Ακολουθεί η δοκιμιακή τετραλογία –με εμβόλιμη ποίηση– του Γιώργου Κοροπούλη: «Αναμνήσεις από τη ζωή του Παπαδιαμάντη», ένα εν μέρει βιωματικό κείμενο-δοκίμιο για τη νεοορθοδοξία∙ η «Παρτίδα Αμλετ», που στηρίζεται σε παλαιότερη δουλειά του συγγραφέα για τον Πάστερνακ∙ η σειρά δοκιμίων «Εδώ ο κόσμος χάνεται», με κείμενα που έχουν αντληθεί και από παλαιότερες εκπομπές του στο Γ’ Πρόγραμμα της ΕΡΤ, για τον Σολωμό, τον Καρυωτάκη, τον Ελύτη, τον Ντίλαν Τόμας, τον Τόμας Μπέρνχαρντ και άλλους∙ το τελευταίο της σειράς, με τίτλο «Ma donna petra», έχει στο επίκεντρο τον Δάντη και αποτελεί συνομιλία με προηγούμενη μεταφραστική δουλειά του, τις «Πέτρινες Ρίμες» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αγρα». Κυκλοφορεί επίσης το θεατρικό έργο της Σοφίας Καψούρου «Ερωμένες στον Καμβά», για τη Μαργκερίτα Λούτι και τη Ζαν Εμπιτέρν, μούσες και αγαπημένες του Ραφαήλ και του Μοντιλιάνι αντίστοιχα, το οποίο παιζόταν τους προηγούμενους μήνες στο «Τρένο στο Ρουφ». Το πιο πρόσφατο πόνημα είναι μια συνεργασία του Γ. Κοροπούλη με τον Κύριλλο Σαρρή (μετά τη συνεργασία τους και στα εξώφυλλα των βιβλίων της τετραλογίας, όπου χρησιμοποιήθηκαν κομμάτια από τη δουλειά του Σαρρή «Οι Αναγνώστες του Finnegan’s Wake» – αναφορά στον Joyce), ένα βιβλίο που έχει στηθεί πολύ αφαιρετικά, συνειδητά χωρίς εξώφυλλο, και φέρει τον τίτλο «Φληβάς ο Φοίνικας – Θραύσματα Πολέμου»∙ αποτελεί μια σύνθεση φωτογραφικού υλικού από βομβαρδισμούς στη Συρία επεξεργασμένου από τον Κ. Σαρρή και επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία για ναυαγούς στο Αιγαίο και στο Λιβυκό Πέλαγος που έχει μεταφράσει ο Γ. Κοροπούλης. «Το βιβλίο αυτό είναι γυμνό, όντας το ίδιο ένα θραύσμα. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά και σκεφτόμαστε, με αφορμή την έκδοση, να διοργανώσουμε μια ανοιχτή συζήτηση γύρω από την πολιτική τέχνη στην Ελλάδα σήμερα», αναφέρει η Ευαγγελία Κουλιζάκη.
Τα άλλα σχέδια
«Φυσικά υπάρχουν κι άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον. Το πρώτο είναι μια μετάφραση που κάνει ο Ανδρέας Στάικος από το βιβλίο “Mademoiselle de Maupin” του Θεόφιλου Γκοτιέ. Εχουμε αποσπάσει τον πρόλογο του βιβλίου, που μπορεί να λειτουργήσει ως ανεξάρτητο κείμενο, ως ένα δοκίμιο περί αισθητικής με εξαιρετική γλώσσα, το οποίο παρέμενε αμετάφραστο στα ελληνικά μέχρι σήμερα. Είναι κι ένα θεατρικό έργο της Σοφίας Διονυσοπούλου, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε τελικό στάδιο και λέγεται “Μήδεια – μηδέν στο κόκκινο“∙ ένα ποιητικό-θεατρικό κείμενο, στο οποίο συνομιλούν δύο Μήδειες (μάλλον δύο σε μία) μεταξύ τους. Ενας Τένισον μεταφρασμένος από τον Αρη Μπερλή. Ενα βιβλίο –δεν θα αποκαλύψω το είδος– από τον δημοσιογράφο Κώστα Ράπτη. Μια νουβέλα του Γκι ντε Μοπασάν σε δική μου μετάφραση. Και θα ακολουθήσουν κι άλλα…».
Παρά την οικονομική κρίση, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στην Ελλάδα πολλά μικρά εκδοτικά σχήματα που κάνουν ιδιαίτερα αξιόλογες προσπάθειες. «Διαπιστώνω ότι υπάρχει ένα ρεύμα. Τα πράγματα σίγουρα είναι πολύ δύσκολα, αλλά υπάρχει μια νέου τύπου άνθηση, που οφείλεται σε ανθρώπους που, σχεδόν δονκιχωτικά, ρίχνονται στην αρένα και από εκεί προκύπτουν πολύ ωραία πράγματα. Δεν ξέρω τι ανταπόκριση έχουν, ακούγονται αρκετά πάντως – αν και λογικά κινούνται σε έναν συγκεκριμένο κύκλο ατόμων. Κι αυτό που μου αρέσει πολύ είναι ότι εμείς οι μικροί εκδότες γνωριζόμαστε πλέον μεταξύ μας και υπάρχει μια ιδιότυπη αλληλοϋποστήριξη. Παρακολουθεί ο ένας τη δουλειά του άλλου, πηγαίνει ο ένας στις παρουσιάσεις του άλλου, δεν υπάρχει ανταγωνισμός –τουλάχιστον εγώ έτσι το εισπράττω–, το κλίμα είναι πολύ θετικό και δημιουργικό και υπάρχει κι εκτίμηση. Ακόμα και μέσα σε έναν μικρό κύκλο, ο άλλος αναγνωρίζει τη δουλειά σου και θα έρθει να σου το πει. Είναι όμορφο αυτό και ευοίωνο. Από την άλλη, όταν ζεις στο σήμερα κι αποφασίζεις ότι αυτή τη δουλειά θα κάνεις, είναι και λίγο μονόδρομος το πώς θα λειτουργήσεις. Μπαίνεις σ’ αυτό κι αν είσαι αποφασισμένος ξέρεις ότι έτσι θα κινηθείς, ακόμα κι αν η απεύθυνσή σου είναι οι ίδιοι –λίγοι– άνθρωποι. Είναι σημαντικό να βρίσκεις αυτούς τους λίγους που μπορούν να στηρίξουν αυτό που κάνεις, και συνεργάτες και συγγραφείς φυσικά. Κάνεις τη δουλειά σου, γνωρίζοντας ποιες είναι οι δυσκολίες και ότι πρέπει να κάνεις θυσίες, κι όποιος θέλει ακολουθεί – δεν λέω, φυσικά, ότι δεν πρέπει να έχεις φιλοδοξίες και να μη θέλεις να το ανοίξεις, το αντίθετο: όταν διεκδικείς θέση στο δημόσιο χώρο, στην προκειμένη περίπτωση μέσω των εκδόσεων – στόχος είναι να διαμορφώσεις κι ένα νέο αισθητικό μέτρο, να εκπαιδεύσεις το βλέμμα στο ανοίκειο, να το ανασύρεις από το τέλμα του εφησυχασμού του. Να πάρεις ρίσκα, αλλά να έχεις επίγνωση της δράσης σου. Στην παρούσα φάση συνεργάζομαι με συγκεκριμένα κεντρικά βιβλιοπωλεία – θα ήθελα με περισσότερα, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι ακόμα εφικτό -, τον Νικολόπουλο, την “Πολιτεία”, την “Πρωτοπορία”, το “Επί λέξει”, τον “Ναυτίλο”.
Αλλά και με πιο μικρά – γιατί παράλληλο φαινόμενο με τη δημιουργία μικρών εκδοτικών οίκων είναι και το άνοιγμα μικρών συνοικιακών βιβλιοπωλείων που όμως διοργανώνουν συνέχεια παρουσιάσεις και κάνουν γενικώς πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά: οι “Πλειάδες” στο Παγκράτι, το “Booktalks” στο Π. Φάληρο, ο “Μωβ Σκίουρος“ στην πλατεία Καρύτση. Υπάρχει και μια προοπτική για άνοιγμα στη Θεσσαλονίκη, μια και μου έχουν ζητήσει εκεί τα βιβλία, το “Κεντρί” και οι “Ακυβέρνητες Πολιτείες”. Θα ήθελα να πάμε και στην Εκθεση Βιβλίου αλλά δεν βιάζομαι, κινούμαστε αργά αλλά σταθερά».
