Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παραβρέθηκα, «ακάλεστος», σε επιστημονική συνάντηση με αντικείμενο τις «ανθρωπιστικές επιστήμες». Στη σύντομη συζήτηση που επακολούθησε έθεσα το ζήτημα των «ανθρωπιστικών επιστημών» (καταγωγή και σταδιοδρομία του όρου, ενστάσεις και εμβέλεια) καθώς και το ιστοριογραφικό υπόβαθρο του υπότιτλου της συνάντησης: «Κατανοώντας το παρόν, χαρτογραφώντας το μέλλον».

Και επειδή το βάρος έπεσε και στην «ελλιπή χρηματοδότηση», ως προς την «κρίση» που διέρχονται οι «ανθρωπιστικές επιστήμες», προσπάθησα να σταθώ στο μνημονευθέν παράδειγμα του «κοινωνικού αποκλεισμού» ως αντικειμένου υπό διαρκή «ζήτηση» (όπως ήδη την κατέγραφα από το 1998).

Στους κόλπους των εκπροσώπων του μορφωτικού κεφαλαίου και στο περίγραμμα της πολυδιαφημιζόμενης «κοινωνίας της γνώσης» θα μπορούσαν να οριοθετηθούν οι εξής τουλάχιστον υποκατηγορίες των μελών ΔΕΠ: Η πρώτη αφορά τους «πολυθεσίτες»: γιατροί, νομικοί, οικονομολόγοι, μηχανικοί, πληροφορικοί, χημικοί και κάποιοι πολιτικοί επιστήμονες, κατά τα άλλα «πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης».

Η δεύτερη περιλαμβάνει τους «ερευνοδίαιτους» που δεν έχουν «πλαφόν» στις επιπρόσθετες αποδοχές τους μέσω της Επιτροπής Ερευνών ή του Ειδικού Λογαριασμού.

Στους υπόλοιπους, που είναι πράγματι οι περισσότεροι, εντάσσονται και όσοι/όσες κάνουν καλά τη δουλειά τους, με το ερευνητικό, διδακτικό και διοικητικό έργο που προσφέρουν, χωρίς καμία υπερωριακή ή άλλη αμοιβή. Σ’ αυτούς τους τελευταίους κρίνεται μάλλον υπερβολική η περίπου κατά 40% περικοπή της μισθοδοσίας τους.

Η τυχόν διαμαρτυρία τους θα μπορούσε να εκληφθεί κυρίως ως απόπειρα απόσεισης της συνεπακόλουθης κοινωνικής απαξίωσης του έργου τους ως δημοσίων λειτουργών. Οταν μάλιστα επίκειται μείωση μισθών και συντάξεων και τυχόν συγγραφικά δικαιώματα να συνεπάγονται φορολογικές επιβαρύνσεις.

Τι είδους «τοπικότητες» ή ομαδοποιήσεις συγκροτούνται, με ευκρινείς πολιτικές συνεπαγωγές και διαφοροποιήσεις, ως προς τον «κοινωνικό αποκλεισμό»;

Μια απόπειρα ορισμού, με βάση τις επεξεργασίες όσων αποδέχονται τον όρο αυτόν, θα αντιμετώπιζε τον «κοινωνικό αποκλεισμό» ως ιδιόμορφη διεργασία περιθωριοποίησης κοινωνικών ομάδων και ατόμων, επειδή καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας και επομένως στα δημόσια αγαθά που η αντίληψη των σημερινών κοινωνιών προσγράφει στην αξιοπρέπεια του εργαζόμενου-πολίτη.

Μια τέτοια οριοθέτηση διέπεται περισσότερο από περιγραφικό παρά από ερμηνευτικό τόνο και συναρτάται με έναν αρκετά ελαστικό κατάλογο των υποκειμένων του φαινομένου (από τα άτομα με ψυχολογικές διαταραχές ώς τους μετανάστες, από τους τοξικομανείς ώς τα ανειδίκευτα στρώματα των εργαζομένων).

Για τούτο, όχι μόνο δεν στρέφεται προς το πλέγμα των αιτίων «περιθωριοποίησης», αλλά υπονοεί ότι εμφανίζονται ως «απόβλητα» κατά την αναδιάρθρωση των εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων.

Ετσι περιβάλλει με ιμάντες ενοχοποίησης τους «αποκλεισμένους» για να φαίνεται ότι φταίει το «κακό το ριζικό τους», χωρίς ποτέ να πραγματευθεί τη δομική σχέση των «μέσα» και των «έξω», των «εκλεκτών» και των «απόκληρων».

Η γενίκευση του όρου «social exclusion» οφείλεται στα ανώτατα στελέχη της Ευρωπαϊκής Ενωσης που, στα περίπου μισά της δεκαετίας του ’80, αντλώντας από συναφείς θεωρήσεις Γάλλων και Γερμανών κυρίως κοινωνιολόγων σοσιαλδημοκρατικής καταγωγής, προσδιόρισαν ένα επιπλέον περίγραμμα «δράσεων».

Επρόκειτο για την αντιμετώπιση της κοινωνικής «παθολογίας» των χωρών της, τόσο των παλαιότερων όσο ιδίως των νεότερων μελών της. Στο πλαίσιο μάλιστα ενός ανελαστικού κανόνα «απορροφητικότητας» προέκυψαν ομάδες «ερευνοδίαιτων» που πλούτισαν από τη φτώχεια, χωρίς βέβαια αυτή να εξαλειφθεί.

Τι σημαίνει ότι αρκείται κάποιος στη μεταγραφή της ταξικής διαφοροποίησης των σημερινών κοινωνιών στην «ουδέτερη γλώσσα» που εξυπονοεί η χρήση και η διάδοση αυτού του σχήματος κατανόησής τους;

Απλώς ότι προσπαθεί να προσπεράσει την ετερογένεια των κοινωνικών τάξεων και τους μηχανισμούς ηγεμονίας στη συνάρθρωσή τους; Πράγματι, αν αναλυθούν συγκεκριμένα οι διαφορές και οι αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων μπορεί να οδηγηθεί κανείς στην κύρια, αυτήν δηλαδή που αφορά την ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος.

Συνακόλουθα, να αναδείξει ό,τι συνεπάγεται η άσκηση της πολιτικής εξουσίας και της πολιτιστικής ηγεμονίας που με τη σειρά τους αντεπιδρούν καθοριστικά στη διεργασία άντλησης «απλήρωτης υπερεργασίας».

Για τούτο η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική πτυχή των ταξικών διαιρέσεων δεν παραπέμπει σε κάποια δραστηριότητα (αυτο-)περιθωριοποίησης, αλλά επιβάλλει την εστίαση του ενδιαφέροντος στο κέντρο των κοινωνικών σχηματισμών.

Κοντολογίς, η απόπειρα για την ανασύνταξή τους δεν προκύπτει από κάποια στέκια «περιθωριακών», αλλά βρίσκεται στο επίκεντρο των κοινωνικών αγώνων.

* ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων