Ενας εφιάλτης φοβερός με ξύπνησε το βράδυ αλαφιασμένο, κάθιδρο μες στο βαθύ σκοτάδι.
Είδα ότι βρισκόμουνα σε μια φριχτή φαβέλα μακριά εις την Αμερική, εις τη Βενεζουέλα
χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, κωλόχαρτα, τσιγάρα και μ’ έπιασε στον ύπνο μου απίστευτη τρομάρα.
Στο σούπερ μάρκετ έβλεπα πως έκανα γιουρούσι μαζί μ’ ένα ανεξέλεγκτο πολυπληθές λεφούσι.
Με σπρώχνουν, με ποδοπατούν, απ’ το πρωί στο πόδι μάχη για να προμηθευτώ τα είδη τα χρειώδη.
Κι όταν στα ράφια έφτασα τα βρήκα όλα άδεια τελειώσαν τα ζυμαρικά, σωθήκανε τα λάδια.
Κατέρρευσα και φώναζα ό,τι μπορώ να σούρω φονιά κι άχρηστο έβριζα, έξαλλος, τον Μαδούρο.
Μια σκοτοδίνη μ’ έπιασε στο τέλος απ’ την πείνα. Ξύπνησα κι έτρεξα ευθύς, με βιάση, στην κουζίνα.
Θέλησα να βεβαιωθώ, άνοιξα το ψυγείο, πως ήτανε το όνειρο κακόγουστο αστείο.
Και μπρος στο φως του που ‘λαμπε σαν φάρος σε λιμάνι φρούτα, αυγά κι αλλαντικά μετρούσα μάνι μάνι…
Τρία γιαούρτια έφαγα, τυρί και σαλαμάκι κι από τη νύστα έγειρα να κοιμηθώ λιγάκι.
Ο ύπνος εις τον καναπέ μ’ έπιασε ξαπλωμένο και είδα όνειρο γνωστό κι ήρεμο, τετριμμένο
που μου ‘φερε ροχαλητό κι όχι τρόμο και ρίγη: τον Τσίπρα με τον κόφτη του να μ’ έχουν στο κυνήγι!
Μα διόλου δεν με ένοιαζε, ας γίνει ό,τι λάχει μου ‘πεσε το φαΐ βαρύ, νομίζω, στο στομάχι…
