Τα όσα συμφωνήθηκαν την προηγούμενη Τρίτη στο τελευταίο Γιούρογκρουπ μεταξύ κυβέρνησης, ευρωπαϊκών θεσμών και ΔΝΤ έχουν αποτελέσει το μήλον της Εριδος κυρίως στο εσωτερικό της χώρας, με την αντιπολίτευση να κάνει λόγο για ψέματα, «μισή συμφωνία» και αυταπάτες και την κυβέρνηση για «αναπτυξιακή συμφωνία, από την οποία η χώρα θα βγει ωφελημένη». Τι γνώμη έχουν, ωστόσο, θεσμικοί παράγοντες της χώρας για τη συμφωνία αυτή;
► Ξεκινώντας από την ΕΣΕΕ (Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας), ο πρόεδρός της, Βασίλης Κορκίδης, επισήμανε πως η κυβέρνηση έδωσε «γην και ύδωρ» στους δανειστές για να λάβει τελικά υπό όρους μια ενισχυμένη μεν δόση, αλλά σε 2 υπο-δόσεις, και μελλοντικά έναν οδικό χάρτη για το χρέος της που θα σχεδιάζεται για τα επόμενα τρία χρόνια. Οπως αναφέρει, η ελληνική επιχειρηματικότητα συνεχίζει να παρακολουθεί με ανησυχία την επίτευξη των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων, ενώ αναμένει εναγωνίως μια βελτίωση του οικονομικού κλίματος, προσδοκώντας την εκταμίευση της πρώτης υπο-δόσης με στόχο να ενισχυθεί η ρευστότητα στην αγορά.
► Από την άλλη, ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ (Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων), Ανδρέας Ανδρεάδης, βρίσκει θετικό το γεγονός ότι, έστω και με καθυστέρηση, ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση, καθώς αυτό ενισχύει την εικόνα σταθερότητας της χώρας και πρόσθεσε πως «είναι απολύτως αναγκαίο η κυβέρνηση να επαναφέρει τα επίπεδα της φορολογίας σε φυσιολογικά και ανταγωνιστικά επίπεδα όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Παράλληλα, πρέπει άμεσα να προχωρήσει σε δέσμη αντισταθμιστικών μέτρων, που θα περιλαμβάνουν την πάταξη της φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής και εισφοροδιαφυγής, την ταχεία διόρθωση και εφαρμογή του Αναπτυξιακού Νόμου, την άρση κάθε μορφής γραφειοκρατικών εμποδίων για επενδύσεις μικρής ή μεγάλης κλίμακας, την πλήρη επίλυση των προβλημάτων χορήγησης βίζας και τη διασφάλιση των συνθηκών σταθερότητας, ώστε να επανεκκινήσει η ομαλή χρηματοδότηση, με ευνοϊκούς όρους, από το τραπεζικό σύστημα».
► Για «μεικτή εικόνα που προκύπτει από τη συμφωνία» μας μίλησε ο Νίκος Βέττας, καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και γενικός διευθυντής ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα του χρέους: «Τα τελευταία χρόνια είχε κυριαρχήσει η άποψη ότι το πρόβλημα της χώρας θα λυθεί, αρκεί να μειωθεί το χρέος και ότι αυτό θα ήταν μια εναλλακτική για τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις. Πλέον γίνεται σαφές για όλους μας ότι αυτά δεν είναι εναλλακτικές αποφάσεις, αλλά παράλληλες δράσεις.
Δηλαδή, για να παραμένει το κόστος για την εξυπηρέτηση του χρέους χαμηλά και να αρχίσει να μειώνεται, η χώρα θα πρέπει να κάνει και η ίδια μεγάλες τομές. Το χρέος θα μειώνεται αν η χώρα κάνει αλλαγές και όχι από μόνο του, ανεξάρτητα των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων».
► Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Θεόδωρος Φέσσας, λέγοντας πως η συμφωνία «είναι αυτό που λέμε στη Φυσική αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Υπάρχουν, δηλαδή, πλέον οι προϋποθέσεις της πολιτικής σταθερότητας που συνιστούν και τη βάση μιας βιώσιμης οικονομίας. Από εκεί και πέρα οι επιμέρους συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, δηλαδή η έλλειψη ρευστότητας, οι γραφειοκρατικές δυσκολίες, δεν είναι θετικά σημάδια για την οικονομία. Οι επενδύσεις θέλουν σταθερότητα, αλλά δεν φτάνει μόνο η σταθερότητα στην πολιτική».
Από τη μεριά του, ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ, Κωνσταντίνος Μίχαλος, μίλησε για μια συμφωνία που «μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευκαιρία για μια νέα αρχή για την έξοδο της χώρας από την κρίση». Ταυτόχρονα, όμως, τόνισε πως θα πρέπει να υπάρξει από την κυβέρνηση ένα σχέδιο υλοποίησης, «ένας οδικός χάρτης» των μεγάλων αναπτυξιακών έργων που ήδη υπάρχουν στο τραπέζι, αλλιώς η κατάσταση θα γίνει ακόμα χειρότερη.
«Το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η ελληνική κυβέρνηση αυτή τη στιγμή είναι η επιστροφή στην ανάπτυξη, με κινητήρια δύναμη τον ιδιωτικό τομέα. Απαιτείται η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών αλλά και η θέσπιση κινήτρων τόσο προς τις επιχειρήσεις όσο και προς τους καταναλωτές, για την αποφυγή κρουσμάτων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής».
Η στάση της ΓΣΕΕ
► Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, ήταν ιδιαίτερα δηκτικός, καθώς είπε πως «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝ.ΕΛΛ. έδωσε τα πάντα στους δανειστές, ξεπερνώντας κάθε νεοφιλελεύθερη φαντασίωση. Με τι αντάλλαγμα; Την υπόσχεση πως αν συνεχίσουμε μέχρι το 2018 να εφαρμόζουμε με απόλυτη συνέπεια το πρόγραμμα λιτότητας και με τη δέσμευση ότι αν χρειαστεί θα ενεργοποιηθεί και ο “αποικιακός” δημοσιονομικός κόφτης, τότε οι δανειστές θα εξετάσουν δυνατότητες ελάφρυνσης του χρέους.
Η αποτυχία της κυβέρνησης να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της χώρας είναι αυτονόητη. Η ελπίδα κλοτσήθηκε για μετά το 2018». Αλλά και ο Γρηγόρης Καλομοίρης, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, μίλησε για «μια συμφωνία που οδηγεί σε νέα επαχθή μέτρα σε βάρος των εργαζομένων, αγροτών, μικροεπαγγελματιών και επιστημόνων.
Οδηγεί, επίσης, στο ξεπούλημα δημόσιου πλούτου για να κλείσει η αξιολόγηση, με την άμεση προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων στο Ελληνικό και την Εγνατία». Οσο για το χρέος, «η περίφημη ελάφρυνση, για την οποία οι κυβερνώντες είχαν επενδύσει τις ελπίδες τους στο ΔΝΤ, παραπέμπεται για μετά το 2018. Είναι, πλέον, ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει οριστικά κάθε διεκδίκηση για διαγραφή του χρέους. Αποκορύφωμα του κυνισμού των δανειστών ήταν η αξίωση να εξασφαλιστεί το ακαταδίωκτο για τα μέλη της διοίκησης του κατοχικού υπερταμείου, εν όψει των εγκλημάτων σε βάρος του ελληνικού λαού που θα διαπράξουν στο μέλλον».
Τέλος, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαμε μαζί του, είπε πως δεν θέλει να κάνει δηλώσεις, καθώς σε λίγες ημέρες πρόκειται να παρουσιάσει την ενδιάμεση οικονομική έκθεση και θα καταθέσει εκεί τις απόψεις του για τη συμφωνία, ωστόσο -σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές- θεωρεί θετική την τελική έκβασή της.
