Γεωργία Κόλλια
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά το δημοψήφισμα του 2014, όταν οι Ελβετοί αποφάσισαν τη θέσπιση ανώτατων ορίων στους αριθμούς των αλλοδαπών που διαμένουν και εργάζονται στη χώρα τους, σημειώθηκε αύξηση στις αιτήσεις για απόκτηση ιθαγένειας, καθώς αρκετοί είναι αυτοί που φοβούνται ότι εάν μείνουν άνεργοι, θα χάσουν και την άδεια παραμονής τους.

Η κατοχή ενός ελβετικού διαβατηρίου εξασφαλίζει όχι μόνο την απρόσκοπτη παραμονή τους στη χώρα, αλλά και το δικαίωμα της ψήφου.

Πόσο εύκολη είναι όμως η απόκτησή του; Κάποιοι χαρακτηρίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης απλή και γρήγορη και άλλοι χρονοβόρα και παρεμβατική. Και αυτό διότι, ενώ η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής καθορίζει τα κριτήρια της πολιτογράφησης αλλοδαπών, η τελική διαδικασία έγκειται στον «ζήλο» των αρμόδιων κρατικών υπαλλήλων.

Οι ερωτήσεις της γενικής αξιολόγησης είναι πάσης φύσεως.

Μπορεί να αφορούν την οικονομική ή οικογενειακή κατάσταση κάποιου, τη γνώση της ιστορίας ή της γεωγραφίας της χώρας και οτιδήποτε άλλο δύναται να διαφωτίσει τους αρμόδιους για την καταλληλότητα ή όχι του αιτούντος.

Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της κοινωνικής ένταξης βρίσκεται στο επίκεντρο και περιλαμβάνει τον σεβασμό στις βασικές αρχές του ελβετικού Συντάγματος, το λευκό ποινικό μητρώο, τη συμμετοχή στα κοινά, τη γλωσσική επάρκεια, την επαγγελματική αποκατάσταση και τη γνώση της πολιτικής, του πολιτισμού και των παραδόσεων της χώρας.

Τέλος, ο αιτών θα πρέπει να είναι οικονομικά ανεξάρτητος και να μη λαμβάνει κοινωνικά βοηθήματα.

Η μετανάστευση και η διαδικασία πολιτογράφησης είναι και το θέμα μιας από τις πιο επιτυχημένες εισπρακτικά ελβετικές ταινίες με τίτλο «Δημιουργοί Ελβετών» (The Swissmakers), η οποία πρωτοπροβλήθηκε το 1978.

Ο 80χρονος, σήμερα, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της, Rolf Lyssy, ομολογεί ότι η ιδέα του σεναρίου προέκυψε από ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα της Ζυρίχης «Tages Anzeiger» για την επίσκεψη κάποιου ελεγκτή-αστυνομικού στο σπίτι ενός αιτούντος ιθαγένεια -πρακτική την οποία μέχρι τότε αγνοούσε και ο ίδιος- και αισθάνθηκε ότι έπρεπε να δημιουργήσει μια σάτιρα όχι με έναν αλλά με δύο πρωταγωνιστές.

Είναι οι αδέκαστοι αστυνομικοί Max Bodmer και Moritz Fischer και εκπροσωπούν τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της ντόπιας κοινωνίας ως προς την «ελβετοποίηση» των αλλοδαπών.

Από τη μία πλευρά, ο γενναιόδωρος και ευέλικτος Fischer, που θέλει να κάνει τη δουλειά του χωρίς προκαταλήψεις και είναι ανοιχτός στις αλλαγές.

Και από την άλλη, ο ξενόφοβος, πεισματάρης Bodmer, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συμβουλεύει τον νεότερο συνάδελφό του να θυμάται ότι κανένας αλλοδαπός δεν δικαιούται την ιθαγένεια και δηλώνει ότι αιτούντες όπως η υποψήφια κ. Κωσταθεογλυκοπούλου (!) θα έπρεπε να αλλάζουν το όνομά τους προτού πολιτογραφηθούν.

Μεταξύ των πολλών αιτούντων που πρέπει να αξιολογήσουν βρίσκονται ένας Γερμανός ψυχίατρος, που χρειάζεται την ιθαγένεια για να ανοίξει δικό του ιατρείο, ένας κομμουνιστής Ιταλός, εργάτης σε μια βιομηχανία ζαχαροπλαστικής, που τρέμει την ανεργία στη γενέτειρά του, και μια Γιουγκοσλάβα χορεύτρια, μετανάστρια δεύτερης γενιάς, που θέλει να είναι ισότιμη πολίτης στη χώρα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Εκτός από την τελευταία, η οποία πολιτογραφείται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, οι άλλοι δύο πρέπει να αλλάξουν, έστω και φαινομενικά, τρόπο ζωής και σκέψης.

Ο Γερμανός και η γυναίκα του υψώνουν καθημερινά την ελβετική σημαία στον κήπο και μαθαίνουν την τοπική γερμανόφωνη διάλεκτο, ενώ ο Ιταλός αναστέλλει οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση και φοράει τα καλά του για τον κυριακάτικο οικογενειακό περίπατο, καθώς, απόλυτα δικαιολογημένα, θεωρεί ότι παρακολουθείται.

Είναι αυτή η σύζευξη κωμικού και τραγικού που, όπως επισημαίνει ο Lyssy, κάνει την ταινία όχι μόνο ενδιαφέρουσα, σχεδόν λυτρωτική για τους συμπατριώτες του, αλλά και πολύ επίκαιρη, περίπου σαράντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της.