Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολιτική σταθερότητα, αυστηρή εφαρμογή του Μνημονίου, άμεση ολοκλήρωση της αξιολόγησης και έμφαση στην ανάπτυξη και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις συστήνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, επικρίνοντας ταυτόχρονα την καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας και των διεθνών πιστωτών της.

«Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το τρίτο Μνημόνιο (με τις κατάλληλες βελτιώσεις όπου αυτές είναι δυνατές) και θα πρέπει να αποφύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη σύγχυση για το δέον γενέσθαι», αναφέρει η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου (Ιανουάριος 2016 – Μάρτιος 2016), την οποία υπογράφει η επιστημονική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Παναγιώτη Λιαργκόβα.

Οι συντάκτες της έκθεσης εξηγούν ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης «θα είναι καλή», καθώς θα αποτρέψει μια νέα κρίση ρευστότητας στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και θα συμβάλει στη σταθεροποίηση του πολιτικού και οικονομικού κλίματος. Παρόλο που χαρακτηρίζουν υφεσιακά τα νέα φορολογικά και ασφαλιστικά μέτρα, υπογραμμίζουν ότι η επίδραση αυτή δεν πρέπει να απομονώνεται για να ασκηθεί κριτική: «Η υπό διαμόρφωση συμφωνία πρέπει να κρίνεται συνολικά και να μην παραβλέπονται οι θετικές επιπτώσεις. Να μη χάνουμε το δάσος κοιτάζοντας τα δέντρα».

Αφήνοντας αιχμές για την τακτική που ακολούθησε η κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες, οι συντάκτες προειδοποιούν ότι η καθυστέρηση κοστίζει και παγιώνει την απαισιοδοξία, ενώ εξηγούν με νόημα ότι «το κόστος της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης έχει μάλλον υποτιμηθεί έναντι του πολιτικού οφέλους».

Αίσθηση προκαλεί η αναφορά στην έκθεση ότι «τα νέα φορολογικά μέτρα 5,4 δισ. και 3,6 δισ. είναι αμφίβολο αν θα αποδώσουν, ενώ θα ασκήσουν πιέσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές». Παράλληλα γίνεται λόγος για «αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις που αλληλοαναιρούνται», όπως π.χ. η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών «που τείνει να εξουδετερωθεί από την εκκρεμότητα των μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Στην ίδια κατεύθυνση και χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά π.χ. στην περίπτωση της διαφωνίας του αρμόδιου υπουργού Ναυτιλίας με την υπογραφείσα ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, η έκθεση επισημαίνει προς την κυβέρνηση ότι με τον τρόπο αυτό δεν εκπέμπει ένα μήνυμα σταθερότητας που θα προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις, επικρίνοντάς την ότι δεν έχει την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας ως πολιτική προτεραιότητα. Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «ορισμένες αποφάσεις του κυβερνητικού πυρήνα δεν τις ενστερνίζονται ισχυρά τμήματα του ευρύτερου μηχανισμού της κυβέρνησης».

Ειδικά για το ασφαλιστικό, το Γραφείο Προϋπολογισμού αναφέρει ότι όσο μετατίθενται οι αναγκαίες τομές, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί για τη βιωσιμότητά του, ενώ για το ζήτημα του χρέους το Γραφείο τονίζει ότι είναι σωστή η επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης ώστε μια «σοβαρή διευκόλυνση» του χρέους να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας.

Οσον αφορά τα υπό συζήτηση πρόσθετα μέτρα των 3,6 δισ. ευρώ και πώς αυτά θα υιοθετηθούν μέσω ενός «διορθωτικού μηχανισμού», η έκθεση και στο σημείο αυτό χαρακτηρίζει ορθή τη στάση της κυβέρνησης ότι αρκεί μια γενική δέσμευση, καθώς η δημοσιοποίηση ή νομοθέτηση και άλλων μέτρων θα αποτελέσει εμπόδιο για την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Τα συμπεράσματα του Γραφείου Προϋπολογισμού καταλήγουν με μια αναφορά στην πολιτική κατάσταση, προειδοποιώντας ότι «πολιτικές αναταράξεις με οποιαδήποτε μορφή δεν θα βοηθήσουν την οικονομία». Με το βλέμμα στα κόμματα συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, η έκθεση υπογραμμίζει πως «οι θετικές επιπτώσεις μιας θετικής αξιολόγησης στην οικονομία μπορεί να αναιρεθούν με διάφορες ενέργειες που υποτάσσονται στη λογική της πολιτικής αντιπαράθεσης».