Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιταλική πολιτική σκηνή επιφυλάσσει, ως συνήθως, σειρά μοναδικών εξελίξεων.

Την ώρα που οι διαφορές ανάμεσα στην Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτες, τα δύο πολιτικά στρατόπεδα αντιμετωπίζουν στο εσωτερικό τους διαφοροποιήσεις, εντάσεις και θεαματικούς καβγάδες.

Η μεγαλύτερη σύγκρουση βρίσκεται σε εξέλιξη -τις ημέρες αυτές- στους κόλπους της συντηρητικής παράταξης.

Η δήλωση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι ότι «μια μητέρα δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με την εξαιρετικά δύσκολη δουλειά του δημάρχου» προκάλεσε, φυσικά, ατέλειωτες αντιδράσεις.

Αποδέκτρια του μηνύματος ήταν η Τζόρτζια Μελόνι, η 39χρονη επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, η οποία αποφάσισε να κατέβει υποψήφια για τη δημαρχία της Ρώμης στις εκλογές του Ιουνίου.

Ολοι, φυσικά, έσπευσαν να υπερασπιστούν τη Μελόνι, από τον γραμματέα της ξενοφοβικής Λέγκα του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι, μέχρι και τον πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι.

Μπροστά στις κάμερες η ίδια απάντησε ότι «οι άνδρες δεν πρέπει να λένε, πλέον, στις γυναίκες τι επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να κάνουν».

Το θέμα, όμως, δεν περιορίζεται στην απαράδεκτη δήλωση του πρώην καβαλιέρε, η οποία, ασφαλώς, ενίσχυσε τη δημοτικότητα της Μελόνι.

Στην πραγματικότητα παίζεται ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι, το οποίο αφορά τις συνολικές ισορροπίες στο εσωτερικό της ιταλικής Κεντροδεξιάς.

Η Λέγκα και τα Αδέλφια της Ιταλίας θέλουν να βάλουν οριστικά στο περιθώριο τον Μπερλουσκόνι. Για τον λόγο αυτό αμφισβητούν τον υποψήφιο της Φόρτσα Ιτάλια για τον Δήμο της Ρώμης -ενώ αρχικά είχαν δώσει την έγκρισή τους- και το ίδιο ακριβώς αποφάσισαν να κάνουν και στην πόλη του Τορίνο.

Η εξήγηση είναι απλή: Το κόμμα του μεγιστάνα και πρώην πρωθυπουργού βρίσκεται στο χαμηλότερο ποσοστό από την ίδρυσή του, πριν από είκοσι δύο χρόνια.

Στα διάφορα γκάλοπ δεν ξεπερνά το 10%, ενώ η Λέγκα του Βορρά αγγίζει και το 15%.

Ο Σαλβίνι και η Μελόνι, λοιπόν, με ατζέντα πανομοιότυπη σε πολλά, κύρια σημεία με εκείνη του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, θέλουν να επιβάλουν τους δικούς τους κανόνες, υποχρεώνοντας τον Σίλβιο και τους συνεργάτες του να τους ακολουθήσουν παθητικά.

Η όλη αυτή εξέλιξη, επίσης, επηρεάζεται και από μια άλλη παράμετρο: σύμφωνα με τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών αναλυτών, ο «μίστερ τιβί» ενδιαφέρεται, πλέον, να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον για τις επιχειρήσεις του, αρχής γενομένης από τα τηλεοπτικά κανάλια.

Η πολιτική δεν αποτελεί προτεραιότητα και το όλο ενδιαφέρον του έχει στραφεί προς την εξασφάλιση μιας φιλικής συμπεριφοράς από μέρους της κυβέρνησης Ρέντσι.

Σε ό,τι αφορά, βέβαια, το πολιτικό τοπίο, είναι λίγο δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι Ιταλοί κεντρώοι και καθολικοί ψηφοφόροι θα ασπαστούν μαζικά τις θέσεις της Λέγκα και της ακροδεξιάς Τζόρτζια Μελόνι.

Κάποιος, προφανώς, θα πρέπει να καλύψει το κενό που πρόκειται να αφήσει ο Σίλβιο και δεν αποκλείεται ο νέος αυτός παίκτης να είναι τελικά η πρωτότοκη κόρη του Μαρίνα Μπερλουσκόνι, όπως διέρρευσε και στο παρελθόν.

Η Κεντροαριστερά

Οσο για το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι, η κατάσταση μοιάζει φαινομενικά λίγο πιο ήρεμη, αλλά δεν λείπουν, και εδώ, σοβαρές αιτίες ανησυχίας: η εσωτερική, αριστερή μειοψηφία του κόμματος συνεχίζει να αμφισβητεί τις επιλογές της ηγεσίας, με πρώτη και κύρια την απόφαση να τηρηθεί ουδέτερη στάση, με αποχή, σε ό,τι αφορά το δημοψήφισμα της 17ης Απριλίου.

Οι Ιταλοί θα πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα αν θέλουν να καταργηθεί ο νόμος που επιτρέπει τη συνέχιση των εξορύξεων πετρελαίου μέχρι την οριστική εξάντληση των κοιτασμάτων.

Μια κίνηση που στοχεύει στην προστασία του περιβάλλοντος και την οποία στήριξαν δυναμικά και επτά επικεφαλής περιφερειών, εκλεγμένοι με την Κεντροαριστερά.

Τώρα, όμως, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν, να νίψουν τας χείρας τους για να μη συγκρουστούν, πιθανώς, με κάποια μεγάλα πετρελαϊκά συμφέροντα.

Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς ότι τόσο στη Ρώμη όσο και στη Νάπολη οι υποψήφιοι δήμαρχοι του κόμματος του Ρέντσι κρίνονται ανίσχυροι και είναι σχεδόν αδύνατον να επικρατήσουν στις τοπικές εκλογές του Ιουνίου, καταλαβαίνουμε ότι και στο στρατόπεδο των προοδευτικών ο κίνδυνος απόσχισης έχει κάθε άλλο παρά ξεπεραστεί.