Οι Ελβετοί θα ψηφίσουν στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουνίου εάν η κυβέρνηση πρέπει εγκαθιδρύσει ένα βασικό εισόδημα για όλους τους πολίτες αντικαθιστώντας μια σειρά από κοινωνικά επιδόματα. Βέβαια, το… ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το οποίο θα ψηφίσουν υπολογίζεται στα 2.200 ευρώ το μήνα για κάθε ενήλικα και το ένα τέταρτο αυτών για κάθε παιδί.
Τα νούμερα μπορεί να φαντάζουν εντυπωσιακά σε σχέση με την κατάσταση σε άλλες χώρες του κόσμου και, ειδικότερα, της Ευρώπης, ωστόσο, σε μια από τις πιο ακριβές χώρες του κόσμου το ποσό κρίνεται πως θα βοηθήσει κάποιον να είναι ελαφρώς πάνω από το όριο της φτώχειας.
Η πρωτοβουλία για το βασικό εισόδημα συγκέντρωσε 100.000 υπογραφές, οι οποίες απαιτούνται για να τεθεί ένα ζήτημα σε δημοψήφισμα, ωστόσο, ωστόσο, με βάση πρόσφατες δημοσκοπήσεις δεν θα προχωρήσει η διαδικασία. Το 60% των ψηφοφόρων δηλώνουν αντίθετοι με ένα τέτοιο εγχείρημα.

Οι άνθρωποι πίσω από την πρωτοβουλία αυτή εκτιμούν ότι ένα ετήσιο εισόδημα κοντά στα 27-28 χιλιάδες ευρώ το χρόνο, ποσό που είναι λίγο μεγαλύτερο από το όριο της φτώχειας όπως είχε καθοριστεί το 2014.
Περίπου ένας στους οκτώ ανθρώπους στην Ελβετία ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας εκείνη τη χρονιά, ποσοστό μεγαλύτερο από τη Γαλλία, Δανία, Νορβηγία.
«Δεν είναι πως δεν βλέπει κανείς τη φτώχεια στην Ελβετία» παρατηρεί μιλώντας στο Bloomberg ο Αντρέας Λάντνερ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Λωζάνης, και προσθέτει «Αλλά υπάρχουν λίγοι άνθρωποι που δεν έχουν αρκετά χρήματα και άλλοι άνθρωποι που δουλεύουν και δεν κερδίζουν αρκετά».
Το Bloomberg, μάλιστα, μίλησε και με τον Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος είναι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του δημοψηφίσματος για το βασικό εισόδημα. «Μια πλούσια χώρα σαν την Ελβετία έχει μια μεγάλη ευκαιρία να κάνει αυτό το πείραμα» υποστηρίζει ο πρώην υπουργός Οικονομικών και προσθέτει ότι είναι αναγκαίο από τη στιγμή που η αυτοματοποίηση και τα ρομπότ «εξαφανίζουν» θέσεις εργασίας με αυξανόμενο ρυθμό.
Η ελβετική κυβέρνηση, πάντως, αντιτίθεται στην πρόταση επισημαίνοντας ότι το βασικό εισόδημα θα σήμαινε πιο ψηλούς φόρους, θα μείωνε τα κίνητρα για εργασία και θα προκαλούσε λιγότερη εξειδίκευση.

