Σε κατάσταση πτώχευσης κηρύχθηκε χθες η Ηλεκτρονική Αθηνών, η μεγαλύτερη ελληνική αλυσίδα ηλεκτρικών ειδών, η οποία ενώ ανταγωνίστηκε επί χρόνια διεθνείς κολοσσούς του λιανεμπορίου, έχασε τελικά τη μάχη της επιχειρηματικής επιβίωσης, καθώς χτυπήθηκε από την κρίση, έπαψε να υποστηρίζεται χρηματοδοτικά από τις ελληνικές τράπεζες και βρέθηκε αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις εξόφλησης των χρεών της από μεγάλους πιστωτές.
Περίπου 450 εργαζόμενοι στα 45 καταστήματα του ομίλου της Ηλεκτρονικής Αθηνών θα βρεθούν από σήμερα άνεργοι, μετά την αποδοχή του αιτήματος πτώχευσης που υπέβαλε η ίδια η εταιρεία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθώς είχε χαθεί πλέον ο έλεγχος των χρεών.
Το λιγότερο αρνητικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως η εταιρεία είχε φροντίσει να μην έχει καμία οφειλή στο προσωπικό. Νομικές πηγές με τις οποίες συνομίλησε η «Εφ.Συν.» εκτιμούσαν ότι οι 450 εργαζόμενοι θα μπορέσουν να λάβουν τις αποζημιώσεις τους μέσα σε διάστημα οκτώ μηνών.
Αντίθετα, το «κανόνι» της εταιρείας είναι πολύ βαρύ για τις τράπεζες, τους προμηθευτές (LG, Sony, Intersys κ.ά.) και τους ιδιοκτήτες των ακινήτων όπου στεγάζονταν τα περισσότερα καταστήματα, στους οποίους οφείλονται συνολικά πάνω από 85 εκατ. ευρώ. Τα προβλήματα που θα προκύψουν είναι δεδομένα γι’ αυτή την κατηγορία πιστωτών, καθώς τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία της Ηλεκτρονικής Αθηνών δεν επαρκούν για όλους.
Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, σε βάθος οκτώ-δέκα ετών θα μπορούσαν να εισπραχθούν περίπου 20-25 εκατ. ευρώ από την εκποίηση του ενεργητικού της Ηλεκτρονικής, η οποία ως σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία έχει 4 ιδιόκτητα ακίνητα.
Η εταιρεία είχε δεχθεί βαρύ πλήγμα από την κρίση των τελευταίων ετών, που στέρησε συνολικά το 50% του τζίρου της αγοράς ηλεκτρικών-ηλεκτρονικών, με αποτέλεσμα η Ηλεκτρονική Αθηνών να παρουσιάζει συνεχείς ζημιογόνες χρήσεις τα τελευταία χρόνια (-8,7 εκατ. ευρώ το 2014), ενώ είχε αρνητικά κεφάλαια ύψους 27 εκατ. ευρώ.
Οι αιτίες
Σε ανακοίνωσή της η Ηλεκτρονική Αθηνών παρουσιάζει ως αιτίες για την πτώχευσή της «την πορεία της οικονομίας, την περαιτέρω αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, τα capital controls που –εκτός των άλλων– ενίσχυσαν την καχυποψία των ξένων προμηθευτών προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, τα οποία σε συνδυασμό με τη στάση των δανειστριών τραπεζών καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας».
Στην ίδια ανακοίνωση σημειώνεται πως το επιχειρηματικό πλάνο που συναποφασίστηκε τον Απρίλιο του 2015 από τους μετόχους, τους προμηθευτές και τις τράπεζες είχε δημιουργήσει βάσιμες προοπτικές για την ανάκαμψη της εταιρείας, αλλά όσα συνέβησαν στην οικονομία από τον Ιούνιο του 2015 και μετά υπονόμευσαν και στη συνέχεια ακύρωσαν στην πράξη οποιονδήποτε σχεδιασμό.
