Με το στόχαστρο σταθερά στραμμένο προς το ΔΝΤ κινείται η ελληνική κυβέρνηση, με τον Αλέξη Τσίπρα να αφήνει σαφείς αιχμές εναντίον του καταλογίζοντάς του την καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων.
Την ίδια ώρα, ξεκαθαρίζει το τοπίο γύρω από τα δύο νομοθετήματα τα οποία έχει διαμηνύσει ότι θα καταθέσει η κυβέρνηση την επόμενη εβδομάδα στη Βουλή, αποσκοπώντας σε πίεση προς τους δανειστές, ενώ κρατά ψηλά τους τόνους της αντιπαράθεσης με τη Ν.Δ.
Χθες ο πρωθυπουργός υπογράμμισε, σύμφωνα με πληροφορίες, στον Γάλλο πρόεδρο ότι «η συμφωνία έπρεπε να έχει κλείσει εδώ και καιρό» και πως «οι διαφωνίες ανάμεσα στους θεσμούς προκαλούν τις καθυστερήσεις».
«Είναι προς το συμφέρον όλων η γρήγορη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, καθώς κάθε μέρα που περνά προκαλεί κόστος στην ελληνική οικονομία και αστάθεια στην Ευρώπη», συμπλήρωσε ο Αλέξης Τσίπρας, εμφανίζοντας θετική εικόνα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Γι’ αυτό, τόνισε, «δεν χρειάζονται πρόσθετα μέτρα πέρα από αυτά που προβλέπει η συμφωνία του Ιουλίου».
Βάλλοντας κατά του ΔΝΤ ο Ελληνας πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι ακόμα και το Ταμείο ανακοίνωσε τη Δευτέρα την εκτίμησή του για ύφεση 0,2%. «Τα νομοσχέδια που θα καταθέσουμε προστατεύουν τους αδύναμους και είναι δικαίωμα της Ελλάδας να αποφασίσει πώς και σε ποιες οικονομικές κατηγορίες θα κατανεμηθούν τα βάρη».
Κυβερνητικές πηγές, προκειμένου να καθησυχάσουν άπαντες εντός και εκτός Ελλάδας γύρω από τα δύο νομοσχέδια, αλλά και να εμφανίσουν εαυτούς ανυποχώρητους μπροστά σε ακραίες απαιτήσεις των δανειστών, σημειώνουν ότι τα δύο υπό κατάθεση νομοθετήματα «κινούνται αυστηρά στο πλαίσιο της συμφωνίας του περασμένου Ιουλίου και στο έδαφος που έχει διαμορφωθεί μέχρι τώρα, από τη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς».
Συμπληρώνουν μάλιστα ότι τα νομοσχέδια «είναι ανοιχτά σε παρατηρήσεις και αλλαγές που θα προκύψουν τόσο από τη δημόσια διαβούλευση όσο και από τις περαιτέρω συζητήσεις από τους θεσμούς, έως την ολοκλήρωση της αξιολόγησης».
Προκειμένου δε να μην αφήσουν ουδεμία «σκιά» οι ίδιες πηγές σημείωναν χτες ότι η κυβέρνηση προωθεί τα νομοσχέδια «προκειμένου να επισπευστεί το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της αξιολόγησης». Με αυτόν τον τρόπο η ευθύνη για οποιαδήποτε «κωλυσιεργία» θα χρεωθεί στο ΔΝΤ.
Σύμπνοια Ν.Δ. με ΔΝΤ
Το Μαξίμου όμως παρακολουθεί στενά και τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κυβερνητικές πηγές διαβάζοντας τις δηλώσεις του προέδρου της Ν.Δ. στην Washington Post μιλούσαν για «πλήρη σύμπνοια με το ΔΝΤ».
Υπενθυμίζεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ερώτηση για το αν υποστηρίζει «τις εργασιακές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ», απάντησε ότι «θα συμφωνούσα με ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των μεταρρυθμίσεων. Σίγουρα θα συμφωνούσα πολύ επιθετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις», καθώς «υπάρχουν πολλά περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να πωληθούν σε λογικές τιμές».
Κατά τα λοιπά στελέχη της κυβέρνησης σημειώνουν ότι «η Ν.Δ. πανικοβάλλεται με την προοπτική της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και προσπαθεί να την τορπιλίσει επιδιώκοντας την αποσταθεροποίηση της χώρας και της οικονομίας».
Οι ίδιοι κύκλοι σημείωναν μάλιστα ότι η Ν.Δ. είχε δεσμευτεί έναντι των δανειστών για τη λήψη μέτρων επιπρόσθετων 20 δισ. ευρώ, ενώ η σημερινή κυβέρνηση προωθεί μέτρα που «διασφαλίζουν την προστασία των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων». Και καλούν την αξιωματική αντιπολίτευση «αντί να παίζει κλεφτοπόλεμο εκ του ασφαλούς, επιδιώκοντας πολιτικό όφελος από κάθε εξέλιξη, να πει ευθέως στον ελληνικό λαό» τα ακόλουθα:
«Επιθυμεί να κλείσει ή όχι η αξιολόγηση; Η Ν.Δ. θεωρεί ότι τα μέτρα, που προωθούνται από τη συμφωνία, είναι άδικα και αν ναι, έχει ένα διαφορετικό μείγμα μέτρων να προτείνει; Ποιες δαπάνες θέλει η Ν.Δ. να περικοπούν;
Οι μισθοί, οι συντάξεις και το κοινωνικό κράτος; Διαφωνεί με την άποψη ότι το νέο φορολογικό σύστημα επιβαρύνει τα υψηλά εισοδήματα με κλιμακωτή αύξηση;», ήταν τα ερωτήματα που έθεταν τα στελέχη του Μαξίμου προς τη Συγγρού. Και συμπέραιναν ότι αν η Ν.Δ. δεν απαντήσει σαφώς, τότε θα αποδειχτεί ότι «δεν κάνει τίποτα περισσότερο από αντιπολίτευση εκ του ασφαλούς».
