Τραβάει η διαπραγμάτευση χωρίς εμπιστοσύνη κι από τις κόκκινες γραμμές να δούμε τι θα μείνει…
Προληπτικά οι δανειστές ζητάνε τώρα μέτρα κι είναι σαν να μας δένουνε απ’ το λαιμό μια πέτρα
Πάν’ κι έρχονται οι υπουργοί και γίνεται κουβέντα και ανταλλάσσουν έγγραφα, χαρτιά και ντοκουμέντα
μα η αξιολόγηση δεν λέει να τελειώσει κι όλα στη χώρα έχουνε για τα καλά βαλτώσει.
Είν’ η οικονομία μας θαμμένη μες στο χώμα σαν Λάζαρος, μα ανάσταση αργεί για μας ακόμα!
Χρόνια ριζώσαμε μπροστά στο τείχος των δακρύων κανείς δεν εμφανίζεται σωτήρ μετά βαΐων…
Χτυπάμε το κεφάλι μας, φωνάζουμε και κλαίμε όλοι μάς φταίνε γύρω μας κι όλο τα ίδια λέμε!
Μα για να φύγουμ’ από ‘κεί δεν κάνουμ’ ούτε βήμα μόνο σουρομαδιόμαστε χωμένοι μες στο μνήμα.
Κι ενώ όλο βουλιάζουμε, σημαντικές ειδήσεις μας συγκλονίζουν κι απορείς, με ποια τάχα ν’ αρχίσεις;
Με το συνέδριο της ΟΝΝΕΔ; Τέρατα και σημεία…Με τις προσλήψεις των γιατρών εις τα νοσοκομεία;
Με της πολιτικής σκηνής τις τρομερές εκπλήξεις που απ’ την πλήξη σου ‘ρχεται φωνή τρανή να μπήξεις;
Με τον Θεοχάρη που ‘φυγε απ’ το θολό Ποτάμι ενώ κι ο ίδιος αγνοεί τι πρόκειται να κάμει;
Ή με την άλλη τη Ζωή και τις δικές της Πλεύσεις; Τη βλέπεις κι ευθύς πείθεσαι για να μεταναστεύσεις…
Ολοι με τη φροντίδα τους βαθιά μ’ υποχρεώνουν (άσχετο τις συντάξεις τους οι ίδιοι αν δεν μειώνουν)
κι όλοι, σ’ όλα τα κόμματα, το ξέρω πως δουλεύουν νυχθημερόν, ακάματοι, μαζί μου και παλεύουν
για το δικό μου το καλό, να μ’ εξυπηρετήσουν μα τους ζητάω ταπεινά, φευ, να με συγχωρήσουν.
Να συνεχίσουν μόνοι τους, παρακαλώ, για λίγο: στο φτωχικό μου στο χωριό για Πάσχα λέω να φύγω…
