Καμία κριτική περί απολυταρχισμού και κανένα «μάθημα περί δημοκρατίας» δεν πρόκειται να δεχθεί από τη Δύση, διεμήνυσε χθες ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, άρτι αφιχθείς στην Τουρκία από το ταξίδι-ψυχρολουσία από την Ουάσινγκτον και τις… πειθαναγκαστικές συναντήσεις του εκεί με την αμερικανική ηγεσία: μία με τον αντιπρόεδρο Μπάιντεν στο ξενοδοχείο όπου διέμενε και μία με το πρόεδρο Ομπάμα στο «πόδι».
«Εκείνοι που επιχειρούν να μας δώσουν ένα μάθημα περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει κατ’ αρχάς να αναλογιστούν τη δική τους αισχύνη», διεμήνυσε χθες ο Ταγίπ Ερντογάν σε ομιλία του στην Αγκυρα, σε απευθείας μετάδοση από το κρατικό δίκτυο TRT – την ώρα που ο πρωθυπουργός του, Αχμέτ Νταβούτογλου, εξέφρασε τηλεφωνικά τη δυσφορία της Αγκυρας στην Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ για τις πρόσφατες «απαράδεκτες», όπως τις χαρακτήρισε, επιθέσεις γερμανικών MME στο πρόσωπο του Τούρκου προέδρου.
Ως επιχειρηματολογία για τη θέση του, ο Ερντογάν υποστήριξε ότι η Τουρκία «είναι σήμερα η χώρα που πολεμά με τον πλέον ενεργό τρόπο την τρομοκρατία».
Και με την… ευκαιρία, ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα επανέναρξης του ειρηνευτικού διαλόγου με το PKK, στέλνοντας στους Κούρδους αντάρτες λίγο-πολύ το μήνυμα: Καταθέστε τα όπλα και παραδοθείτε, ειδάλλως θα εξαϋλωθείτε.
Οχι τυχαία, οι δηλώσεις Ερντογάν συνέπεσαν με:
(α) την πρόταση του κεμαλικού CHP της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συσταθεί κοινοβουλευτική επιτροπή για την εξεύρεση λύσης στο κουρδικό ζήτημα,
(β) την κατάθεση πρότασης νόμου από το φιλοκουρδικό-αριστερό HDP, με στόχο να οριστεί ο φυλακισμένος ηγέτης του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, επικεφαλής ενός νέου γύρου ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, αλλά και
(γ) τη μυστική συνάντηση διπλωματών, στρατιωτικών και μελών των υπηρεσιών πληροφοριών ΗΠΑ και Τουρκίας που -σύμφωνα με πηγές της Hürriyet- έγινε χθες στην Αγκυρα, με αντικείμενο την εξεύρεση ενός συμβιβασμού ως προς τον ρόλο των πολιτοφυλακών YPG των Κούρδων της Συρίας στη μάχη κατά του «Ισλαμικού κράτους» στη βόρεια Συρία.
Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων, αναφέρει το δημοσίευμα, ήταν τα στρατιωτικά σχέδια των ΗΠΑ για άμεση ανακατάληψη της περιοχής Μαντζίμπ, δυτικά του Ευφράτη, από δυνάμεις του YPG. Kίνηση, την οποία η Αγκυρα έχει ωστόσο χαρακτηρίσει «κόκκινη γραμμή».
H Μαντζίμπ θεωρείται πρακτικά «κερκόπορτα» για την ανακατάληψη της Ράκα, de facto «πρωτεύουσας» του αυτοανακηρυχθέντος «Χαλιφάτου». Σύμφωνα με τη Hürriyet, η Τουρκία έχει θέσει τρεις αξιώσεις για να συναινέσει.
Τα εδάφη που θα καταληφθούν δεν θα τεθούν υπό τον απευθείας έλεγχο του YPG.
Να αποκοπούν οι ένοπλες αραβικές ομάδες από τις -υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ- «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις», κύριος κορμός των οποίων είναι το YPG. Και να ενισχυθεί η αεροπορική κάλυψη των ΗΠΑ στις ένοπλες ομάδες που η Τουρκία υποστηρίζει στη Μαρέα: το δυτικό άκρο, δηλαδή, στη λωρίδα γης όπου η Αγκυρα οραματίζεται να δημιουργηθεί «ζώνη ασφαλείας» στη βόρεια Συρία.
«Βομβαρδίστε μας»
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ανακοινώθηκε χθες ότι αεροσκάφη της διεθνούς συμμαχίας υπό τις ΗΠΑ βομβάρδισαν, με την έγκριση της Αγκυρας, το τουρκικό προξενείο στη Μοσούλη, το οποίο είχε καταλάβει το «I.K.» από τα μέσα του 2014 μετατρέποντάς το σε «αρχηγείο».
Παράλληλα το πρακτορείο Reuters -επικαλούμενο ανώνυμες πηγές- απέδιδε σε αεροπορική επιδρομή των ΗΠΑ την εξόντωση του Αμπού Φιράς, ηγετικού στελέχους του «Μετώπου αλ Νούσρα» (συριακού παρακλαδιού της Αλ Κάιντα), μαζί με τουλάχιστον άλλους 20 εξτρεμιστές, την Κυριακή, στην επαρχία Ιντλίμπ της βορειοδυτικής Συρίας.
Περιοχή, όπου επιχειρούν κυρίως συριακά και ρωσικά αεροσκάφη…
