Οι νέες τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες αντιμετωπίζονται με ένα ακόμη ρεύμα αφελούς «αλληλεγγύης» προς το πραγματικά βαρύ πένθος των Βέλγων και υποκριτικές εκκλήσεις για ενιαίο μέτωπο της Ευρώπης και των Δημοκρατιών απέναντι στην τρομοκρατική βία.
Οι κλισέ αυτές αντιδράσεις συσκοτίζουν την άρνηση των ευρω-ατλαντικών θεσμών και ελίτ να αντιμετωπίσουν δύο ζητήματα.
Το πρώτο είναι το γεγονός ότι ηγετικές δυνάμεις της Ευρώπης, όπως η Γαλλία αλλά και πολλές άλλες, έχουν συνεργήσει στο ξέσπασμα αλλά και τη συντήρηση της σφαγής στη Συρία τόσο διά πράξεων όσο και διά «παραλείψεων».
Είτε με τα δικά τους βομβαρδιστικά είτε με το να θωπεύουν και στην ουσία να επιβραβεύουν την τουρκική πολιτική και την επέμβαση των μοναρχιών του Κόλπου και της Σαουδικής Αραβίας στον εμφύλιο.
Ακόμη χειρότερα, προσπάθησαν να δημιουργήσουν στις κοινωνίες τους τη νεοαποικιακή αντίληψη ότι είναι δυνατόν τα ευρωπαϊκά βομβαρδιστικά, οι ειδικές δυνάμεις και οι μυστικές υπηρεσίες των ευρωπαϊκών κρατών να οργώνουν τη Συρία και τη Λιβύη, να προκαλούν εκατόμβες αμάχων, αλλά την ίδια στιγμή ο Ευρωπαίος να απολαμβάνει μια άνετη και ανέφελη καθημερινότητα. Αυτή η αυταπάτη διαλύεται.
Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι εδώ και χρόνια εμπόλεμα μέρη και απλά πληρώνουν ένα συγκριτικά χαμηλό τίμημα μεταξύ των αθώων.
Είτε θα αποδεχθούν την εμπλοκή τους στους μεσανατολικούς πολέμους και θα εξηγήσουν στους πολίτες τους ότι αυτό έχει τίμημα, είτε θα αποχωρήσουν και θα διαμορφώσουν ένα νέο όραμα για την Ευρώπη στον κόσμο.
Αυτό που χρειάζεται είναι μια Ευρώπη υποστηρίκτρια της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των λαών και των κοινωνιών και όχι έναν μικρομέγαλο μιμητή της αμερικανικής πολιτικής των νεοσυντηρητικών (ούτε καν του προέδρου Ομπάμα).
Το δεύτερο ζήτημα είναι ο κοινωνικός «πόλεμος» που διεξάγεται την τελευταία δεκαετία στην Ευρώπη.
Οι σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κυριάρχησαν κατέστρεψαν κάθε ίχνος του κοινωνικού συμβολαίου που αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη της κοινωνικής συνοχής στις ευρωπαϊκές χώρες.
Η καλπάζουσα κοινωνική ανισότητα οδήγησε μεγάλα στρώματα της εργατικής και της μεσαίας τάξης προς τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τελικά την Ακροδεξιά και τον νεοφασισμό.
Την ίδια στιγμή περιθωριοποιούσε βίαια τη νεολαία των μουσουλμανικών κοινοτήτων στα προάστια των μεγαλουπόλεων της Δυτικής Ευρώπης στρέφοντας ένα μικρό αλλά κρίσιμο τμήμα αυτής της νεολαίας προς το εξτρεμιστικό πολιτικό Ισλάμ, τον σαλαφιστικό τζιχαντισμό.
Και σε αυτή την περίπτωση οι ευρωπαϊκές ηγεσίες προτίμησαν να παρουσιάσουν αυτή την περιθωριοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση είτε ως πρόβλημα του ποινικού δικαίου είτε ως έμφυτη αδυναμία των μουσουλμανικών κοινοτήτων να προσαρμοστούν στη δυτική πραγματικότητα.
Ξεχνούν όμως πως αυτοί οι νέοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, όπως άλλωστε και οι γονείς τους, στο Παρίσι, το Μόλενμπεκ, τη Φρανκφούρτη και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο εκτός από το Παρίσι, το Μόλενμπεκ και τη Φρανκφούρτη και τη ζωή που τους προσφέρουν.
Οσο οι ευρωπαϊκές ηγεσίες δεν ξεπερνούν το επίπεδο του ψοφοδεούς υπαλλήλου των τραπεζών και δεν απαντούν σε αυτά τα ζητήματα με ένα νέο όραμα για την κοινωνία και τον κόσμο, ο μόνος που θα επιχαίρει θα είναι η νέα «βιομηχανία» της ασφάλειας υποδομών που αναπτύσσεται ραγδαία στην Ε.Ε. και μετρά αρκετά δισεκατομμύρια από προγράμματα και εργολαβίες.
Οσο για την ασφάλεια που θα παρέχουν τα τηλεκατευθυνόμενα, οι νέες κάμερες και οι νέοι φράχτες, ας θυμηθούμε πως όσο ψηλότεροι οι φράχτες τόσο καλύτεροι οι άλτες…
*Αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
