Για κάποιους ήταν έκπληξη που η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη κέρδισε στο νήμα το βραβείο α’ γυναικείου ρόλου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου από τη Μαρία Καβογιάννη. Για πολλούς άλλους, πιο σχετικούς, ίσως, με το ελληνικό σινεμά, το γεγονός ότι δεν ψηφίστηκε από τα μέλη της ΕΑΚ η διάσημη και όντως εξαιρετική πρωταγωνίστρια του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, ήταν φυσικό. Μεγάλες ερμηνείες συναντάς και στις ταινίες που δεν κόβουν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια.
Ακριβώς μια τέτοια είναι της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη στο πολύ ενδιαφέρον «Smac» του Ηλία Δημητρίου. Θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας τώρα που η ταινία βγαίνει στις αίθουσες (5 Μαΐου).
Παίζει μια δυναμική, επιτυχημένη γυναίκα, στέλεχος τράπεζας, που όταν γυρνάει στο ωραίο διαμέρισμά της ζει σε απόλυτη μοναξιά. Σιγά σιγά μαθαίνουμε πως είναι λεσβία, έχει μόλις χωρίσει από τη φίλη της, ενώ παλεύει έναν επιθετικό καρκίνο, που τον κρατά μυστικό. Ο φόβος του θανάτου την οδηγεί, όμως, σε σημαντικές ανατροπές, με κυριότερη τη δύσκολη αλλά τόσο παρηγορητική σχέση που χτίζει με τον άστεγο, που κοιμάται κάθε βράδυ στην είσοδο της πολυκατοικίας της (Γιάννης Κοκιασμένος).
Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη είναι από αυτές τις καλές και έμπειρες ηθοποιούς του θεάτρου (Βασίλισσα Ελισάβετ αυτήν την εποχή στον «Ριχάρδο Γ» του Τάκη Τζαμαργιά, στο «Σύγχρονο Θέατρο») που στο σινεμά βρίσκουν μια νέα, μεγάλη λάμψη και καριέρα.
Και ας συνυπολογιστεί στο κινηματογραφικό της παλμαρέ ότι είναι σύζυγος του σκηνοθέτη Περικλή Χούρσογλου και πρωταγωνίστρια των ταινιών του -βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το «Μάτια από νύχτα» (2003).
«Το αγαπάω πολύ το σινεμά, άλλωστε από αυτό ξεκίνησα με δύο μικρού μήκους τής Μαρίας Ντούζα και αμέσως μετά με το “Μ’ αγαπάς;” του Πανουσόπουλου», λέει. «Εβλεπα σινεμά από μικρή, και αν οι ταινίες είναι καλές, με ταξιδεύουν, ξεχνιέμαι απόλυτα μέσα στην αίθουσα, είναι σαν φάρμακο.
Ως ηθοποιός, από την άλλη, τρελαίνομαι να χτίζω ένα ρόλο για το σινεμά. Θα μπορούσα να πω ότι νιώθω πιο ελεύθερη από το θέατρο, όσο κι αν είναι αλήθεια ότι μια ταινία είναι συλλογική δουλειά. Σε μια κακή παράσταση μπορείς να δεις ηθοποιό να λάμπει. Στο σινεμά, όχι τόσο.
Γιατί εξαρτάσαι από το σενάριο, τον σκηνοθέτη, τον διευθυντή φωτογραφίας, τους άλλους ηθοποιούς, πρέπει να λειτουργήσουν όλες αυτές οι χημείες για να βγει καλό αποτέλεσμα. Τον λατρεύω, όμως, τον κόσμο του σινεμά, το να πηγαίνουμε από δω και από κει, αυτό το τσιγγαναριό, το κέφι, την έλλειψη σοβαροφάνειας. Με όλα αυτά τα τεχνικά που υπάρχουν δεν περισσεύει χρόνος να κάνεις άλλου τύπου προσεγγίσεις».
Με τον ίδιο ενθουσιασμό μιλάει και για τον Κύπριο σκηνοθέτη του «Smac», τον Ηλία Δημητρίου, που διάλεξε να ζει στην Αθήνα, αν και στην προηγούμενη ταινία του, το πρωτότυπο «Fish n’ Chips» (2012) που τον ανέδειξε, την κυπριακή του ταυτότητα έψαχνε.
«Ηξερα τη δουλειά του, ακόμα και τις μικρού μήκους ταινίες του, και τον θαύμαζα πολύ. Οταν μου είπε “Βαγγελιώ, σε σκέφτομαι σε κάτι που γράφω”, χάρηκα και με το πρώτο ντραφτ που πήρα είπα αμέσως “ναι”. Ξέρει από σινεμά, μπορείς να συζητήσεις μαζί του και αισθανόμουν πολύ άνετα και δημιουργικά σε όλη τη διάρκεια δουλειάς πάνω στο σενάριο και στις σκηνές μου με τον Κοκιασμένο. Αυτοσχεδιασμοί, απανωτές προτάσεις, κάτι σαν devised cinema, όπως λέγαμε γελώντας».
Ο ρόλος, βέβαια, της Ελένης ήταν το απόλυτο δέλεαρ. Σύνθετος, βαρύς, δύσκολος. «Εβαλα το κεφάλι κάτω και άρχισα να ψάχνω και να δουλεύω σαν να μην υπήρχε τίποτα το αυτονόητο», λέει η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη. «Είχα να καλύψω πολλά πεδία, που δεν γνώριζα».
Η πρώτη αυθόρμητη ερώτηση έχει να κάνει με το θέμα της ταινίας. Πού πέφτει το βάρος; Στον θάνατο ή στη μοναξιά; «Για μένα είναι ο θάνατος, όταν μπαίνει μπροστά σου σαν απειλή και σκεπάζει τα πάντα».
Ο τρόπος δουλειάς της, όπως τον περιγράφει, δείχνει πως τίποτα δεν άφησε στην τύχη του. «Πήγα σε τράπεζες, μίλησα με στελέχη τους, προσπάθησα να δω πώς είναι η ζωή τους. Πήγα σε νοσοκομεία, μίλησα με γυναίκες που έχουν την πολύ δύσκολη εμπειρία του καρκίνου και το παλεύουν -αυτό ήταν και το πιο δύσκολο κομμάτι, ένιωθα ότι πρέπει να τις δικαιώσω», λέει.
Με πολύ απλά ερμηνευτικά κλειδιά, αλλά με μεγάλο σεβασμό προσέγγισε και την ερωτική ταυτότητα της Ελένης. Θα θυμάμαι πάντα τη γλύκα και την ευθύτητα με την οποία λέει στον άστεγο Αντρέα «είσαι ο πρώτος άντρας που ξαπλώνει στο κρεβάτι μου». Ή τη θριαμβική, περήφανη προετοιμασία της για ραντεβού σε γκέι μπαρ. «Στα θέματα τα ερωτικά όλοι είμαστε διαφορετικοί, κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλο.
Μια λεσβία δεν την “παίζεις”, τη νιώθεις», λέει η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη. «Φυσικά και πήγα σε γκέι μπαρ, να δω, να καταλάβω, να απορροφήσω όσο πιο πολλά μπορώ. Φυσικά και μίλησα με πολλές λεσβίες, κάποιες φίλες μου, αλλά κυρίως πρόσωπα που δεν γνώριζα, το προτιμούσα αυτό, είχα ανάγκη από μια πιο απρόσωπη, αντικειμενική έρευνα. Πρέπει πάντως να πω πόσα χρωστάω για τον ρόλο στην ενδυματολόγο Αγγελική Παναγιώτου.
Ηταν δίπλα μου, μαζί πηγαίναμε παντού, κρατούσε σημειώσεις, δεν ήταν εύκολο να καταλήξουμε στο στιλ της Ελένης. Γιατί το ρούχο είναι ο χαρακτήρας. Μπορεί από μόνο του να δώσει σε κάθε σκηνή την ψυχολογική κατάσταση της ηρωίδας».
Μια ευτυχισμένη σύζυγος και μητέρα, σαν τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, κλήθηκε να ερμηνεύσει, να καταλάβει το ακριβώς αντίθετό της. Πιστεύει, άραγε, ότι ο άνθρωπος στις δύσκολες στιγμές της ζωής του μαλακώνει, μπορεί να στραφεί ακόμα και σε έναν άγνωστο άστεγο για συντροφιά; «Περισσότερο νομίζω ότι η Ελένη, που είχε κλείσει όλους τους δρόμους προς τους κοντινούς της ανθρώπους, νιώθει πια την ανάγκη να διοχετεύσει κάπου όλα αυτά που έχει μέσα της.
Η αδυναμία, η αρρώστια, άνοιξαν μια πόρτα στην καρδιά της για να μπει στα παπούτσια του άλλου. Και δίνει πια τον αγώνα της με τον καρκίνο έχοντας γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό της, με μεγαλύτερη ανοχή προς τους άλλους».
