Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σκόρπιοι πρωτοπόροι του κινήματος της ιστορικής ερμηνευτικής πρότειναν έναν πιο ψαγμένο, πρωτοφανέρωτο τρόπο να ακούμε όση μουσική είχε γραφτεί στη Δύση τον 17ο και τον 18ο αιώνα, δηλαδή πριν από τον ρομαντισμό. Αυτοί οι γενναίοι εκτελεστές/ερμηνευτές άρχισαν να παρουσιάζουν τη μουσική του μπαρόκ με όργανα, τεχνικές παιξίματος και ερμηνευτική αισθητική που αναπαρήγαν το πώς ακουγόταν αυτή η μουσική την εποχή που γράφτηκε.
Αρχικά περιθωριακό και εκτός κατεστημένου, το κίνημά τους βαθμιαία έπεισε και έδωσε ανεκτίμητους καρπούς, που σήμερα πια είναι κτήμα όλων. Κορυφαίος και παραγωγικότερος όλων των ερμηνευτών αυτών υπήρξε ο αρχιμουσικός και τσελίστας Νικολάους Αρνονκούρ που έφυγε στις 5 Μαρτίου, σε ηλικία 86 ετών. Με τον θάνατό του έκλεισε ένα τεράστιο, κομβικό κεφάλαιο στην ιστορία της νεότερης, ιστορικά ενημερωμένης παρουσίασης και πρόσληψης της κλασικής μουσικής.
Τα διδάγματά του άνοιξαν δρόμους που οι επίγονοί του διεύρυναν σε λεωφόρους. Σήμερα η ιστορική ερμηνευτική έχει εξελιχθεί σε ένα συναρπαστικό πεδίο, όπου ανθούν πλήθος συνόλων από διάφορες χώρες -δεν θα ήταν λάθος αν λέγαμε ότι η ελληνική Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου είναι ένα από τα πιο απομακρυσμένα… εγγόνια του!
Απο τσελίστας, μαέστρος
Ευγενούς καταγωγής, ο Αρνονκούρ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1929, μεγάλωσε στο Γκρατς της Αυστρίας επί Χίτλερ και σπούδασε τσέλο στην Ακαδημία Μουσικής της Βιέννης. Ταυτόχρονα, μελέτησε βιόλα-ντα-γκάμπα. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1952 καταλαμβάνοντας θέση τσελίστα στη Συμφωνική της Βιέννης, της οποίας διευθυντής ήταν τότε ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Εκεί παρέμεινε επί 17 χρόνια.
Ακριβώς ταυτόχρονα, το έντονο ενδιαφέρον του ιδίου και της συζύγου του για τα ιστορικά μουσικά όργανα, καθώς επίσης η στενή γνωριμία με τον τσεμπαλίστα και μουσικολόγο Γκούσταφ Λέονχαρντ, οδήγησαν τους τρεις στην ίδρυση του συνόλου «Concentus Musicus Wien» (1953) με στόχο να υποστηρίξουν έμπρακτα την ιστορικά τεκμηριωμένη -και τότε ακόμη πειραματικά επαληθευόμενη!- αναβίωση της παλιάς μουσικής. Το 1958 το σύνολο αυτό άρχισε να δίνει συναυλίες και το 1962 να ηχογραφεί στις γερμανικές δισκογραφικές εταιρείες Telefunken και Teldec.
Οι πρώτες (από αρκετές διαδοχικές!) ηχογραφήσεις σημαντικών έργων του Μπαχ υπό τον Αρνονκούρ –«Βρανδεμβούργεια κοντσέρτα», «Πάθη κατά Ματθαίον», «Πάθη κατά Ιωάννην», «Ορατόριο Χριστουγέννων», «Μεγάλη λειτουργία»– άνοιξαν νέους ορίζοντες, τράβηξαν το ενδιαφέρον, κέρδισαν οπαδούς, δημιούργησαν ρεύμα.
Κατά την εικοσαετία 1971-1990, οι «Concentus Musicus» υλοποίησαν τη μνημειώδη καταγραφή του συνόλου από τις Καντάτες του Μπαχ, ενώ ταυτόχρονα ο Αρνονκούρ έγραφε πυρετωδώς μουσικολογικές πραγματείες και δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Ζάλτσμπουργκ και στο Μοτσαρτέουμ. Την τετραετία 1975-79 ακολούθησε η παρουσίαση της τριλογίας των σωζόμενων λυρικών έργων του Μοντεβέρντι σε σκηνοθεσία Πονέλ στην Οπερα της Ζυρίχης (η καταγραφή σε video/DVD διατίθεται μέχρι σήμερα).
Ανεμος ανανέωσης στο κλασικό ρεπερτόριο
Το 1969, αντιδρώντας στην αδιαφοροποίητη, ρομαντικού στίγματος ερμηνεία της παλιάς μουσικής από τους αρχιμουσικούς της εποχής, ο Αρνονκούρ παραιτήθηκε από τη Συμφωνική της Βιέννης και άρχισε να διευθύνει μεγάλα συμφωνικά σύνολα και παραστάσεις όπερας με σύγχρονα όργανα, εφαρμόζοντας σε αμφότερες περιπτώσεις την εμπειρία της ιστορικής ερμηνευτικής.
Οι τολμηρές, ρηξικέλευθες ερμηνείες του των Συμφωνιών του Μπετόβεν με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης ανανέωσαν ριζικά την πρόσληψη του κοινού και, παράλληλα, βρήκαν θερμή ανταπόκριση στους έμπειρους μουσικούς κορυφαίων συμφωνικών συνόλων, όπως η Φιλαρμονική του Βερολίνου και, ειδικά, η Κοντσέρτχεμπαου του Αμστερνταμ την οποία διηύθυνε και με την οποία ηχογράφησε όπερες και συμφωνική μουσική.
Οι ερμηνείες του στις Συμφωνίες και, ειδικά, στις όπερες του Μότσαρτ αποκάλυψαν καινούργιες –ή μάλλον ξεχασμένες!– διαστάσεις δυναμισμού και δριμύτητας σε μουσικές που ώς τότε προσεγγίζονταν με γνώμονα τη σαλονίστικη κομψότητα και την ελαφράδα.
Αντίστοιχα οι ερμηνείες του στις Συμφωνίες του Χάιντν αλλά και των ρομαντικών Σούμπερτ και Σούμαν έγραψαν νέα κεφάλαια, ενώ οι ύστερες προσεγγίσεις του στον Μπραμς, τον Ντβόρζακ, τον Μπρούκνερ, ακόμη και στον Μπάρτοκ ή τον Σμέτανα ξάφνιασαν ευχάριστα. Ολες οι παραπάνω εκτελέσεις αποτυπώθηκαν δισκογραφικά, προσηλυτίζοντας νέες γενιές στους δρόμους της ιστορικής ερμηνευτικής.
Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο Αρνονκούρ βρέθηκε στο κέντρο της ευρωπαϊκής μουσικής ζωής. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περιμένει αρκετά μετά τον θάνατο του Κάραγιαν για να αρχίσει–επιτέλους!– να διευθύνει στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ (1993-2014), ενώ το 2001 και 2003 διηύθυνε τις περίφημες πρωτοχρονιάτικες συναυλίες της Φιλαρμονικής της Βιέννης.
Στην Ελλάδα τον ακούσαμε ζωντανά ελάχιστες φορές: σε έναν αλησμόνητο «Ιδομενέα» του Μότσαρτ στο Ηρώδειο (1984) και σε μία και μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, όπου, όμως, επανήλθε για να ηχογραφήσει έναν δίσκο με Εισαγωγές του Μπετόβεν.
Πάνω από 500 δίσκοι
Ανεκτίμητη κληρονομιά, η αχανής δισκογραφία του Αρνονκούρ –άνω των 500 δίσκων!– απλώνεται σε σχεδόν πέντε δεκαετίες. Ο κύριος όγκος της καλύπτει το μπαρόκ και τον κλασικισμό, ενώ εκτείνεται –επιλεκτικά– έως και τον 20ό αιώνα.
Οι νεότερες ηχογραφήσεις κυκλοφορούν στις εταιρείες RCA, Deutsche Harmonia Mundi, Vanguard, ενώ οι παλαιότερες, που είχαν γίνει στην Telefunken και στην Teldec, διατίθενται σε επανεκδόσεις κυρίως από τις Warner Classics, Apex και Elatus. Αντίστοιχα κυκλοφορούν ακόμη σε DVD καταγραφές λυρικών έργων υπό τη διεύθυνσή του.
