Τα όσα δημοσιεύτηκαν στο «Βήμα της Κυριακής» και τα όσα απάντησε το Γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού αναφορικά με συναντήσεις του εκδότη Σταύρου Ψυχάρη με τον Αλέξη Τσίπρα αποτελούν απλώς ύστερα επεισόδια της επί δεκαετίες «μάχης» που δίνουν ισχυρά συγκροτήματα Τύπου προκειμένου να αντλήσουν οφέλη μέσα από το πλέγμα της διαπλοκής, με εργαλείο τον τραπεζικό δανεισμό.
Οι σχέσεις ανάμεσα στους τρεις «πυλώνες» της διαπλοκής (ΜΜΕ – τράπεζες – κυβερνήσεις) ήταν άλλοτε αγαστές και άλλοτε διακατέχονταν από «εντάσεις». Και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν ήταν πολυποίκιλα.
Από την άκριτα υποστηρικτική αρθρογραφία μέχρι τις ευθείες απειλές και τους εκβιασμούς, η απόσταση συχνά ήταν εξαιρετικά μικρή. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για διάφορες πτυχές του μιντιακού συστήματος στην Ελλάδα δίνουν μια ευκρινή εικόνα: ωμοί εκβιασμοί από «δημοσιογράφους» με αντάλλαγμα κρατική διαφήμιση και πιέσεις για χορήγηση δανείων σε μεγάλους επιχειρηματίες με απολύτως επισφαλείς όρους ήταν μερικές από τις τακτικές που χρησιμοποιούνταν.
Επικεντρώνοντας στο επίμαχο δημοσίευμα του «Βήματος», αυτό ήλθε λίγες ημέρες μετά τη σαφή «αιχμή» του ΔΟΛ περί «προσωρινού» πολιτικού περιβάλλοντος που επιτίθεται σε μέσα ενημέρωσης. Είχε προηγηθεί η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Σταύρου Ψυχάρη για ηθική αυτουργία σε απιστία σε βαθμό κακουργήματος για επισφαλή δάνεια 57 εκατ. ευρώ.
Είναι προφανές από το δημοσίευμα και τις εκατέρωθεν ανακοινώσεις και τα κάθε λογής υπονοούμενα ότι ο Σταύρος Ψυχάρης είχε συναντήσει κατ’ ιδίαν τον Αλέξη Τσίπρα τέσσερις φορές σε διάφορες τοποθεσίες.
Οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν την εποχή που το πολιτικό σύστημα «τρανταζόταν», καθώς η δημοσκοπική εδραίωση του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούσε την αίσθηση ότι ένα (άλλοτε μικρό) κόμμα της Αριστεράς θα αναλάβει τα ηνία της χώρας. Ολα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά. Είναι επίσης γνωστό ότι επί κάποιους μήνες υπήρχε δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της κορυφής της Κουμουνδούρου και διευθυντικών στελεχών του ΔΟΛ, με το περιεχόμενο των συζητήσεων να μεταφέρεται μέσω ρεπορτάζ στο «Βήμα».
Δεν πρέπει να προκαλεί πάντως εντύπωση το γεγονός ότι όλοι οι κατέχοντες εξουσία ή όσοι ευελπιστούν να τραφούν από αυτήν προσέτρεχαν στο επιτελείο τού «εν αναμονή πρωθυπουργού». Σε ένα κατά τ’ άλλα ενδιαφέρον ανάγνωσμα ο συντάκτης του χθεσινού «ρεπορτάζ» δημιουργούσε μέσω υπαινιγμών επιθετικό «κλίμα» προς την κυβέρνηση. Αυτή η στάση βέβαια σε τίποτε δεν θυμίζει αντίστοιχα άρθρα, εξαιρετικά επαινετικά για τα ίδια εμπλεκόμενα πρόσωπα. Πρόκειται για την πάγια τακτική της κατευθυνόμενης αρθρογραφίας.
Η αντίληψη
Το στοιχείο, που είναι όμως εξόχως ενδεικτικό για την αντίληψη και τη λειτουργία των ομίλων μέσων ενημέρωσης, είναι η παραδοχή όλων των πλευρών ότι σε μια συζήτηση μεταξύ του επικεφαλής μιας μεγάλης επιχείρησης και ενός κορυφαίου πολιτικού παράγοντα κυριαρχούσε το θέμα των υπέρογκων τραπεζικών δανείων και το με ποια ανταλλάγματα θα ελαφρυνθεί ο επιχειρηματίας.
Οσον αφορά τις συναντήσεις των επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και του ΔΟΛ, ο συντάκτης του «Βήματος» εξαρχής επιχείρησε να διαλύσει κάθε υποψία για τους σκοπούς του εκδότη της εφημερίδας. «Του είπα πως όταν κερδίσουμε την εξουσία θα του χαρίσω τα δάνεια της εκδοτικής επιχείρησής του και επίσης θα δώσω στον ίδιο ολόκληρο το κανάλι στο οποίο συμμετέχει.
Αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να μη με υποστηρίζει, ούτε με τις εφημερίδες ούτε με το κανάλι του. Τι άλλο να κάνω;» φέρεται να είπε ο σημερινός πρωθυπουργός λίγες ημέρες μετά τις ευρωεκλογές, τις οποίες κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Το Μαξίμου ωστόσο απάντησε δίνοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή: «Ο εκδότης Στ. Ψυχάρης ζητούσε επίμονα από τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ πολύ πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015, τη διαγραφή των δανείων του καθώς και πολιτική διαμεσολάβηση για την απόκτηση της συνολικής ιδιοκτησίας του Mega. Οπως άπαντες αντιλαμβάνονται, κανένα από τα δυο αιτήματα δεν έγινε δεκτό».
Το Μαξίμου συμπλήρωσε μάλιστα ότι «ο Πρωθυπουργός δεσμεύτηκε στον Ελληνικό λαό να μη χαριστεί σε κανέναν και δεν χαρίζεται σε κανέναν. Η δικαιοσύνη ενεργεί απερίσπαστη και τα Τηλεοπτικά Μέσα θα αδειοδοτηθούν για πρώτη φορά με ανοιχτό και αδιάβλητο διεθνή διαγωνισμό».
Το «Βήμα» ανταπάντησε ότι το Μαξίμου «επιχειρεί να κάνει το ‘‘άσπρο – μαύρο’’» και καλούσε τα στελέχη του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος «να κατανοήσουν, να συνειδητοποιήσουν (και να θυμηθούν…) ποιος προσέφερε, πότε και τι, ποιος ζητούσε πολιτική υποστήριξη με κάθε ευκαιρία χωρίς τίποτα και ποτέ να του έχει ζητηθεί. Πέραν τούτων, το Μέγαρο Μαξίμου λησμονεί το νόμο της δημοσιογραφίας περί χρυσών εφεδρειών. Θα έχουν την ευκαιρία να τον πληροφορηθούν».
Η τελευταία επισήμανση περί «χρυσών εφεδρειών» είναι τόσο γενικόλογη, που λειτουργεί διττά: και ως επισήμανση, αλλά και ως απειλή. Πρόκειται για προαναγγελία ότι θα ακολουθήσουν και άλλα επιθετικά σχετικά ή άσχετα δημοσιεύματα; Οτι υπάρχουν «αδιάσειστα στοιχεία» που θα έρθουν στην επιφάνεια ή είναι απλώς μια μπλόφα;
Το βέβαιο είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο κινείται και λειτουργεί η ισχυρή μερίδα των μέσων ενημέρωσης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον σκοπό που καλείται να επιτελέσει. Σε ένα ασύδοτο τοπίο, χωρίς τους παραμικρούς κανόνες, η δημοσιότητα χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, είτε υποστηρικτικά είτε υπονομευτικά.
