Η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού μπορεί να αποτελεί το κυρίαρχο θέμα συζητήσεων στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο σκληρές αναμένονται οι διαπραγματεύσεις και για τα υπόλοιπα «ανοικτά» θέματα ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους δανειστές. Ενα από τα «καυτά» ζητήματα επί των οποίων διαβουλεύονται οι δυο πλευρές είναι το νέο Ταμείο που προορίζεται να συλλέγει πόρους από ιδιωτικοποιήσεις.
Οι σχετικές συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει, καθώς οι απαραίτητες προεργασίες έχουν προηγηθεί τις προηγούμενες εβδομάδες, ενώ Αθήνα και δανειστές έχουν συμφωνήσει πριν από την πρώτη αξιολόγηση να έχει μόνον οριστικοποιηθεί νομικά η σύσταση του Ταμείου μέσα από την ψήφιση σχετικού νόμου στη Βουλή.
Μπορεί το συγκεκριμένο θέμα, λοιπόν, να μοιάζει για ορισμένους «ήσσονος σημασίας», ωστόσο δεν είναι λίγοι οι διεθνείς παράγοντες που εστιάζουν το βλέμμα τους στις συγκεκριμένες διαβουλεύσεις.
Εχει άλλωστε αποτυπωθεί στη μνήμη η σκληρή διαπραγμάτευση, που έλαβε χώρα μεταξύ του πρωθυπουργού και των υπόλοιπων ηγετών στην ευρωζώνη τον Ιούλιο, όταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εισηγήθηκε τη δημιουργία ενός Ταμείου με έδρα το Λουξεμβούργο, το οποίο θα πουλούσε στοιχεία της δημόσιας περιουσίας της Ελλάδας ύψους 50 δισ. ευρώ, ώστε να κατευθυνθούν στην αποπληρωμή του χρέους.
Εκείνες τις κρίσιμες ώρες, βέβαια, η «Εφ.Συν.» («Εκβιασμός με τις ιδιωτικοποιήσεις», 13/7/2015) αποκάλυψε ότι το εν λόγω Ταμείο υπήρχε ήδη και μάλιστα λειτουργούσε υπό την επίβλεψη του ίδιου του Γερμανού υπουργού Οικονομικών.
Εν τέλει το νέο πρόγραμμα περιελάμβανε την πρόβλεψη για τη δημιουργία ενός νέου Ταμείου με έδρα την Αθήνα, στο οποίο θα κατευθύνονταν περιουσιακά στοιχείου του Δημοσίου ύψους 50 δισ. ευρώ.
Η συμφωνία προέβλεπε πλέον το 50% αυτών (25 δισ.) να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή πόρων που χρησιμοποιήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, το 25% να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της αναλογίας χρέους/ΑΕΠ και το υπόλοιπο 25% να κατευθυνθεί για επενδύσεις.
Η επίτευξη αυτής της συμφωνίας δεν έφερε, φυσικά, και το τέλος των κάθε λογής ανταγωνισμών, με τη γερμανική πλευρά να επιχειρεί ακόμα και σήμερα να ασκήσει πιέσεις σε όλα τα επίπεδα ώστε να επιταχυνθεί η δημιουργία του νέου Ταμείου, ζητώντας μάλιστα αυτό να έχει στελεχωθεί πριν από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης. Κάτι τέτοιο όμως έχει πλέον αποφευχθεί.
Στον αντίποδα, όμως, μεγάλο ενδιαφέρον για την πορεία του συνόλου του προγράμματος, αλλά και για τη σύσταση του νέου Ταμείου έχουν δείξει οι Γάλλοι αξιωματούχοι. Χαρακτηριστική ήταν η «διαταγή» του Φρανσουά Ολάντ κατά την 17ωρη διαπραγμάτευση σε κλιμάκιο κορυφαίων τεχνικών συμβούλων και συνεργατών του.
Σε μια απρόσμενη επίσκεψή του στα γραφεία της ελληνικής αντιπροσωπείας στο κτίριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου, παρόντος του πρωθυπουργού και των συνεργατών του, ο Γάλλος πρόεδρος είπε ότι από εδώ και πέρα η Γαλλία θα εργάζεται προς όφελος της Ελλάδας.
Με ορίζοντα 30ετίας
Πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσόν των 50 δισ. αντικειμενικά θα μειωθεί, μιας και για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δαπανήθηκαν τελικά κάτι περισσότερο από 5 δισ., με τις σχετικές εκτιμήσεις να «κατεβάζουν» τον τελικό στόχο για το Ταμείο περίπου στα 35 δισ. ευρώ.
Επίσης σημαντικό στοιχείο των διαπραγματεύσεων αφορά τους μηχανισμούς και τα κριτήρια με τα οποία θα οδεύουν πόροι προς τις τρεις προαναφερθείσες κατευθύνσεις. Το νέο Ταμείο, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα, πρέπει να έχει ορίζοντα 30ετίας, και αναμένεται να αφομοιώσει το ΤΑΙΠΕΔ.
Βασική διαφορά ανάμεσα στις δυο δομές είναι ο σκοπός τους, καθώς το ΤΑΙΠΕΔ όφειλε να λειτουργεί με υποχρέωση την πώληση της δημόσιας περιουσίας, ενώ το νέο Ταμείο αναμένεται να επιφορτιστεί με την ευθύνη της διαχείρισης αυτής.
Το τελευταίο διάστημα έχει ενταθεί η συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων τεχνοκρατών για το ζήτημα του Ταμείου. Υπό αυτές τις συνθήκες, αποκτά, λοιπόν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί η ακριβής διάρθρωση και το πλαίσιο λειτουργίας του αντίστοιχου γαλλικού Ταμείου, το λεγόμενο «Agence des participations de l’État» («Οργανισμός Συμμετοχών του Κράτους»), το οποίο ιδρύθηκε το 2004.
Το χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνει μετοχές συνολικής αξίας 81 δισ. ευρώ σε 77 επιχειρήσεις, εκ των οποίων η συμμετοχή του κράτους στην εταιρεία παραγωγής ενέργειας EDF ξεπερνά τα 35 δισ. ευρώ.
Οι επικεφαλής του Οργανισμού έχουν ως καταστατική αποστολή τους τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου και ιδιαίτερα του μέρους που χαρακτηρίζεται «στρατηγικής σημασίας», ώστε να βελτιωθούν οι λειτουργικές και οικονομικές επιδόσεις των εταιρειών διά της επιλογής σημαντικών στελεχών που ηγούνται των επιχειρήσεων.
Αντίστοιχα έχουν την ευθύνη για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων σε συνθήκες μετάβασης, καθώς και την αρμοδιότητα να λειτουργεί το κράτος ως αξιόπιστος επενδυτής, ώστε να επιτυγχάνεται το μεγαλύτερο όφελος για το Δημόσιο.
Η θέση του κράτους είναι εξαιρετικά ισχυρή στο γαλλικό μοντέλο, ενώ καταστατικά υπάρχει η υποχρέωση διατήρησης των μετοχών σε επιχειρήσεις ενέργειας και άμυνας.
Ευρεία είναι επίσης η ανάμιξη των υπουργείων στη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και την επιλογή των διοικήσεων των επιχειρήσεων, ενώ για όλες τις διαδικασίες αποκρατικοποίησης απαιτείται υποχρεωτικά η έγκριση του υπουργικού συμβουλίου και της Βουλής, η οποία μάλιστα σχηματίζει επιτροπές παρακολούθησης της πορείας των αποκρατικοποιήσεων.
Το γαλλικό μοντέλο είναι σαφώς διαφορετικό από το αντίστοιχο γερμανικό. Στο μεν πρώτο η κυβέρνηση στο σύνολό της έχει τον έλεγχο των αποκρατικοποιήσεων, ώστε να επιτυγχάνεται κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Στο δεύτερο, οι διαφόρων ειδών αποκρατικοποιήσεις μοιράζονται στα αρμόδια υπουργεία, τα οποία με τη σειρά τους προχωρούν σε διαδικασίες πώλησης.
