Δέκα Φεβρουαρίου 1975. Μια θλιβερή είδηση κάνει τον γύρο της Ελλάδας και των θαλασσών όπου ταξιδεύουν ελληνικά καράβια:
Ο Νίκος Καββαδίας πέθανε ξαφνικά στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο βάρδος της ναυτοσύνης. Στα 65 χρόνια του.
Μερικές ημέρες πριν, ο υπογραφόμενος είχε μιλήσει τηλεφωνικά μαζί του. Ζήτησα να μου δώσει συνέντευξη για την «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου, όπου δούλευα τότε.
Μου απάντησε:
«Ευχαρίστως. Τηλεφώνησέ μου όμως την επόμενη εβδομάδα, γιατί τώρα έχω κάποια προβλήματα. Θέλω να τα ξαναπούμε, γιατί μου άρεσαν αυτά που έγραψες στο περιοδικό».
Την επόμενη εβδομάδα, δυστυχώς, ήταν πια αργά. Ο Καββαδίας είχε φύγει για πάντα…
Η γνωριμία μας είχε ξεκινήσει τον Αύγουστο του 1974, στην Αθήνα. Τον επισκέφθηκα στο μικρό διαμέρισμά του, όπου μου παραχώρησε συνέντευξη.
Το κείμενο, με τις δηλώσεις του ποιητή και τα δικά μου σχόλια, δημοσιεύτηκαν στο ναυτιλιακό περιοδικό «Αργώ» τον Σεπτέμβριο του 1974.
Ακολουθεί το δημοσίευμα:
Ποιητής καθιερωμένος. Τεχνίτης του στίχου αληθινός και ιδιόρρυθμος. Με την πρώτη του εμφάνιση («Μαραμπού») επιβλήθηκε. Κι ήταν μόλις 23 ετών.
Δεν γκρέμισε τείχη. Δεν έφερε την επανάσταση στον ελληνικό Παρνασσό. Δεν έκανε δική του σχολή. Αλλά και δεν πιθήκισε. Ηταν και είναι διαφορετικός από τη γενιά του. Πρωτοτύπησε.
Γράφει γι’ αυτόν ο Μιχάλης Περάνθης στην Ανθολογία του:
«Τόσων χρόνων ναυτική παράδοση και δεν είχε βρει, αν εξαιρέσουμε κατά κάποιον τρόπο τον Ουράνη, την έκφρασή της στην ποίηση. Για τούτο και η ποίηση του Καββαδία ήρθε σαν ένας φρέσκος αλμυρός αέρας μες στα κλεισμένα δωμάτια του γηγενούς έμμετρου λυρισμού, αντήχησε γοητευτική και παράξενη και επιβλήθηκε με την πρώτη εμφάνισή της».
Δύσκολη η σκιαγράφησή του στο περιορισμένο πλαίσιο ενός δημοσιογραφικού σημειώματος. Επιχειρείς να γράψεις για τον ναυτικό και προβάλλει μπροστά σου ο ποιητής.
Καταπιάνεσαι με τον ποιητή και αναδύεται από τον αλμυρό πόντο ο εργάτης του κύματος. Γιατί ο Ν.Κ. είναι πριν και πάνω απ’ όλα ναυτικός. Από 11 χρόνων στα πελάγη!
Οταν τα παιδιά της ηλικίας του δεν ξεμάκραιναν απ’ τη μητρική στοργή και προστασία, αυτός ταξίδευε.
Θαλασσοδερνόταν, έμπαινε κι έβγαινε στα πόρτα, γνώριζε τη ζωή στις πολλές και αδάμαστες μορφές της.
Εμαθε να σκέφτεται, να φωνάζει, να οργίζεται και να πονά. Ηταν κιόλας ένας σωστός άνδρας.
Δεν ήταν τυχαία η κλίση του […] Εκείνοι που τον μύησαν στα μυστικά της θάλασσας ήταν τ’ αδέλφια της μητέρας του. Εφοπλιστές της εποχής οι αδελφοί Αγγελάτου, είχαν τρία επιβατηγά πλοία («Πολικός», «Ιφιγένεια» και «Ασπασία») και πολλά φορτηγά.
Στη φλόγα των ματιών του μικρού ανιψιού τους ξεχώρισαν τον αυριανό θαλασσινό. Και τον πήραν μαζί τους.
Τον προξένεψαν της θάλασσας. Αυτό ήταν. Ο γάμος έγινε. Μπήκε το στεφάνι και δεν ξαναβγήκε ποτέ.
Ισως γι’ αυτό ο Ν.Κ. δεν νυμφεύθηκε. Δεν δημιούργησε οικογένεια. Βέβαια, της έκανε πολλές, αμέτρητες απιστίες στα λιμάνια […], αποτινάζοντας από πάνω του τη νάρκη του μεγάλου ταξιδιού.
Αλλ’ αυτό δεν μετράει. Η συντρόφισσά του πάντα τον συγχωρεί. Κι αυτός υπόσχεται να μην την εγκαταλείψει.
Μου λέει ο ίδιος:
«Δεν θα φύγω ποτέ από τη θάλασσα. Ποτέ, σου λέω. Θα πεθάνω στο πέλαγος και δεν θέλω να με θάψουν στη στεριά. Σιχαίνομαι τα σκουλήκια. Να με ρίξουν στο κύμα. Κι όχι εδώ στη Μεσόγειο. Πέρα μακριά, στην Καραϊβική, στους μεγάλους ωκεανούς. Εκεί η ψυχή μου θα βρει τη γαλήνη».
Η φλέβα του ποιητή ανάβλυσε νωρίς μέσα του. Από μαθητής ακόμη ο Ν.Κ. έγραφε στίχους. Παράλληλα διάβαζε. Και ποίηση και πεζογραφία.
Του άρεσαν ο Παλαμάς κι ο Σικελιανός. Ο Καζαντζάκης κι ο Σεφέρης. Αλλά δεν επηρέασαν το ύφος του.
Αλλωστε, δεν είχε ανάγκη. Ζώντας την αμεσότητα της θάλασσας, την τραχιά κι αληθινή ζωή της, δεν είχε ανάγκη από πρότυπα και φιλολογικά σαλόνια.
Εμαθε ν’ ακούει τους ψιθύρους του πόντου. Να ερμηνεύει την παλίντροπη κίνηση του ωκεανού. Να ξεδιαλύνει τη σιωπή και τις αντάρες του. Ν’ απλώνει στον κόρφο της θάλασσας και να τρυγά, σαν έμπειρος εραστής, κάθε ηδονή.
Με τέτοιο υλικό, με τέτοια πρώτη ύλη στο εργαστήρι της φλεγόμενης ευαισθησίας του, ήταν φυσικό να ξαφνιάσει.
Δουλεύοντας με το δικό του ξεχωριστό καλούπι έπλασε έναν εξωτικό ποιητικό κόσμο. Και ο κόσμος αυτός άρεσε. Και θ’ αρέσει. Γιατί η ποίηση του Ν.Κ. δεν έχει όρια.
Ούτε χρονικά ούτε τοπικά. Θα ζει όσο υπάρχει «νερό» στον πλανήτη.
Ερέθισμα ξεχωριστό, που έκανε τον Ν.Κ. να γράψει, δεν φαίνεται να υπάρχει.
Λέει ο ίδιος γι’ αυτό:
«Δεν υπάρχει συγκεκριμένο γεγονός που μ’ έσπρωξε να γράψω. Βέβαια, η μακρόχρονη θητεία μου στη θάλασσα τα λέει όλα. Γιατί όλοι εμείς οι θαλασσινοί νιώθουμε τούτη την ανάγκη. Η δυσκολία είναι να βάλουμε στο χαρτί όσα σωριάζονται βουνά μέσα μας και θέλουν να βγουν. Χρειάζεται τρομερή προσπάθεια. Να υποφέρεις. Ν’ ανοίξεις τις φλέβες σου. Να χύσεις αίμα. Αλλιώς δεν κάνεις τίποτε».
Αιώνια η κληρονομιά
Το κείμενο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αργώ», καταλήγει ως εξής:
Μισός αιώνας στους ωκεανούς δεν κλείνεται εύκολα σε μερικά βιβλία. Χρειάζεται τόμους και τόμους. Κι ύστερα, ο ίδιος ο συγγραφέας δεν έπαψε να είναι ναυτικός. Και τι ναυτικός!
Κεφαλονίτικη η κληρονομιά. Απληστος για νέα ταξίδια, για νέες περιπέτειες. Δεν τον χωράει το σπίτι του. Ολόκληρη η στεριά είναι γι’ αυτόν φυλακή.
Κάθε φορά, που ξεκινάει να μπαρκάρει, το κάνει με νεανικό κέφι, με τη συγκίνηση και τη χαρά του τζόβενου. Και δεν τον νοιάζει αν θα γυρίσει πίσω.
Τη γυναίκα του -τη θάλασσα- την έχει εξασφαλίσει. Το συγγραφικό του έργο θα είναι γι’ αυτήν αιώνια κληρονομιά.
Πάντως, ο «Μαραμπού» θα ‘φυγε σφόδρα λυπημένος, αφού ο Χάρος τον συνάντησε στη στεριά και όχι μεσοπέλαγα…
Βιογραφικό
Από την Κεφαλονιά και τους ωκεανούς στην ποίηση και στο ΕΑΜ
Γεννήθηκε το 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, όπως μού είπε ο ίδιος. Γονείς του ο Κεφαλονίτης τροφοδότης του ρωσικού στρατού και αργότερα πλοίων, Χαρίλαος Καββαδίας, και η Δωροθέα, το γένος Αγγελάτου.
Το 1914 εγκαταστάθηκε στην Κεφαλονιά (διαδοχικά σε Ασσο, Φισκάρδο, Αργοστόλι) και το 1921 στον Πειραιά, όπου περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του.
Μόλις 11 ετών, ο «Κόλιας», όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι, ταξιδεύει τα καλοκαίρια στη Μεσόγειο, με τα πλοία των αδελφών της μητέρας του.
Το 1929 αρχίζει κανονικά τη ναυτική του σταδιοδρομία, ως ναύτης. Στη συνέχεια, ταξιδεύει διαδοχικά ως δόκιμος πλοίαρχος και δόκιμος ραδιοτηλεγραφητής.
Το 1947 αποκτά το δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄ τάξης και το 1953 γίνεται Α΄ τάξης.
Το 1933 ο Καββαδίας δημοσιεύει (εκδόσεις Κύκλος) την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τον τίτλο «Μαραμπού».
Ακολουθούν (1947) το «Πούσι» (ποιήματα), το μυθιστόρημα «Βάρδια» (1954) και το 1975 το «Τραβέρσο» (ποίηση).
Το τελευταίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος», ενώ τα δύο προηγούμενα από τον Θανάση Καραβία.
Το 1987, η «Αγρα» εκδίδει σ’ ένα τομίδιο δύο μικρά σε έκταση πεζά κείμενα, «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου» αντίστοιχα.
Την ίδια χρονιά ακολούθησε το πεζό «Λι», επίσης από την «Αγρα».
Τέλος, το 2005, η «Αγρα» εκδίδει «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη». (Πρόκειται για αθησαύριστα έργα του Καββαδία.)
Επισημαίνεται πως ο Ν.Κ. μιλούσε με άνεση γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά.
Στην Κατοχή εντάσσεται στο ΕΑΜ λογοτεχνών, που είχε ιδρύσει ο Αγγελος Σικελιανός, όπως διαβεβαιώνει ο Φίλιππος Μαυρογεώργης, πρώην γενικός γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Από τα αρχεία της ΕΕΕ προκύπτει πως ο Καββαδίας ήταν πάρεδρο μέλος της το 1945.
Τραυματιοφορέας το ’40
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 ο ποιητής υπηρέτησε αρχικά ως τραυματιοφορέας. Δύο σύντομα αφηγήματά του, «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου», αντίστοιχα, περιλαμβάνονται στα ομότιτλα βιβλία (εκδόσεις «Αγρα», Αθήνα 1988).
«Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μού κάνει».
Εδώ, ο Καββαδίας αυτοσαρκάζεται προφανώς, επειδή αυτός, ένας αυθεντικός θαλασσινός, ήταν αδέξιος στον πρωτόγνωρο γι’ αυτόν ρόλο του… ημιονηγού.
Στο δεύτερο αφήγημα, ο ποιητής του Mal du départ αποχαιρετά με μια ελεγεία το άλογό του -είχε αντικαταστήσει το μουλάρι- ως εξής:
«Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη […]. Ακούσαμε μαζί το θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο […]. Αξαφνα έπεσες. Πέσαμε, θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώθεις καλά πως δεν φταίω […]. Εμεινα δίπλα σου ολόκληρη τη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος […]. Φυλάω ακόμα το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου […] Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μού είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σού ξαναγράψω!…».
Με το 799/27.12.1946 πιστοποιητικό του στρατολογικού γραφείου Αργοστολίου τεκμηριώνεται και τυπικά η συμμετοχή του Καββαδία στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Οπως προκύπτει από άλλο πιστοποιητικό (94/1956*) ο ποιητής υπηρέτησε στην 3η μοίρα τραυματιοφορέων από τις 29 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου 1941.
Την επομένη, μετατέθηκε στον 3ο λόχο διαβιβάσεων. Την Πρωτομαγιά του ίδιου έτους απολύθηκε, αφού η Ελλάδα είχε ήδη υποδουλωθεί.
*Ο αριθμός 6 είναι αμφισβητούμενος, επειδή δεν διακρίνεται καθαρά στο οικείο έγγραφο
Λένε για τον Καββαδία
Η Μαρίζα Κωχ
«Εμένα με μαγεύει η ποίηση του Καββαδία και με ενέπνευσε να τη μελοποιήσω. Λυπάμαι, που δεν τον γνώρισα».
Μ’ αυτά τα λόγια αναφέρεται στον ποιητή η Μαρίζα Κωχ, προσθέτοντας: «Είμαι η πρώτη που μελοποίησα ενότητα ποιημάτων του, το 1977».
Η ίδια παραθέτει τον κατάλογο των 10 αυτών ποιημάτων:
«Μαραμπού», «Πούσι», «Φάτα Μοργκάνα», «Σταυρός του Νότου», «Μουσώνας», «Αρμίδα», «Θεσσαλονίκη 2», «Νανούρισμα για μωρά και γέρους», «Στεριανή ζάλη», «Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί».
Η κ. Κωχ επισημαίνει πως τη μουσική του «Φάτα Μοργκάνα» χρησιμοποίησε ο Ιταλός σκηνοθέτης Μάρκο Φερέρι ως λάιτ μοτίβ στην ταινία του «Ιστορία της Πιέρα», που τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, το 1983.
Γοητεύει τους νέους
Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Η Λέξη» (Σεπτέμβριος 1983), ο Θάνος Μικρούτσικος καταθέτει τα ακόλουθα:
«Δεν ξέρω ποιο είναι το κύριο στοιχείο της γοητείας του Καββαδία. Εκείνο πάντως που μου έκανε εντύπωση είναι το πόσο μεγάλη ανταπόκριση βρίσκει από τους νέους 18-25 χρόνων. Ισως είναι η διάθεση της φυγής, που διατρέχει όλους τους στίχους, ίσως είναι η εξωτική μαγεία των ταξιδιών που περιγράφει – δεν ξέρω. Οπως επίσης δεν ξέρω αν η ποίησή του αυτή είναι μια ποίηση φυγής και φαντασίας ή αν είναι μία ρεαλιστική αναπαράσταση της ζωής όπως τη ζούσε στο καράβι και στα λιμάνια. Αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι πως για τον αναγνώστη η ποίηση του Καββαδία είναι φυγή, απόδραση σ’ ένα κόσμο όλως διόλου διαφορετικό από τον κόσμο της καθημερινότητας. Αυτό ακριβώς το αίσθημα της φυγής είναι που θέλησα περισσότερο να τονίσω με τις δικές μου μελοποιήσεις».
Επισημαίνεται πως ο Θάνος Μικρούτσικος, από το 1979 και μετέπειτα, μελοποίησε αρκετά ποιήματα του Καββαδία, όπως:
«Ο Σταυρός του Νότου», «Θεσσαλονίκη», «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», «Κuro Siwo», «Γυναίκα», «Ενα μαχαίρι», «Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί», «A bord de l’ Aspasia».
Το 1986, οι «Ξέμπαρκοι», Ηλίας Αριώτης και Νότης Χασάπης, με τον δίσκο «S/S Ionion 1934» μας χαρίζουν τη δική τους μουσική, δομημένη στην ποίηση του Νίκου Καββαδία.
Oι Πάνος και Χάρης Κατσιμίχας έβαλαν τη δική τους μουσική σφραγίδα στο ποίημα «Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού» (1987).
Τέλος, ο Χάρης Παπαδόπουλος μελοποίησε τα ποιήματα «Γκεβάρα» και «Η μικρή χορεύτρια» (2004).
