Aπωθημένη επί δεκαετίες στο περιθώριο τόσο της επίσημης όσο και της δημόσιας Ιστορίας του τόπου, η εξολόθρευση των Εβραίων της Ελλάδας από τους χιτλερικούς κατακτητές τα τελευταία χρόνια έχει πάρει πια τη θέση που της αξίζει στη συλλογική μνήμη. Η θέσπιση της 27ης Ιανουαρίου ως σχετικής «ημέρας μνήμης» (Ν. 3218/2004) και η συνακόλουθη καθιέρωση επίσημων εκδηλώσεων (Π.Δ. 31/2005), η συστηματική έκδοση απομνημονευμάτων και μονογραφιών και η πρόσφατη αναθέρμανση της συζήτησης για το ναζιστικό φαινόμενο και τη γερμανική κατοχή επέδρασαν καθοριστικά σ’ αυτή την εξέλιξη. Η σημαντικότερη καινοτομία αφορά ίσως την άρση ενός κυρίαρχου, μέχρι πρότινος, ταμπού: της ενασχόλησης με τον ελληνικό αντισημιτισμό, το προπολεμικό παρελθόν και τη σχέση του με το χιτλερικό Ολοκαύτωμα. Είτε ως πτυχή του ενδιαφέροντος για τον κατοχικό δωσιλογισμό είτε ως επιμέρους σελίδα της γενεαλογίας του ελληνικού εθνικισμού, το φαινόμενο αυτό μελετήθηκε τα τελευταία χρόνα από διάφορες πλευρές.
Θέλομεν να παύσωσιν αι διακρίσεις των διαφόρων ομάδων του λαού εις τας διαφόρους «τάξεις» | Βασίλειος Εξαρχος (Νέα Ευρώπη, 17/5/1944)
Σε αντίθεση, μάλιστα, με τις αντιδράσεις που προκάλεσε το 1992 η πρώτη δημόσια εκδήλωση που οργανώθηκε γι’ αυτό (από τη βραχύβια αλλά πρωτοπόρα Εταιρεία για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων), σήμερα οι ίδιες οι εβραϊκές κοινότητες όχι μόνο δεν φοβούνται, αλλά συμβάλλουν και ενεργά στη σχετική συζήτηση.
Μια από τις σκοτεινότερες (και συνάμα λιγότερο γνωστές) όψεις του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ελλάδας υπήρξε η έμπρακτη αξιοποίησή του από μια μερίδα τής τότε ελληνικής κοινωνίας, ως μια ακόμη «ευκαιρία» για ατομικό πλουτισμό και κοινωνική άνοδο, δίπλα σε όσες άλλες πρόσφερε στην «επιχειρηματικότητα του Ελληνα» η ξένη κατοχή (μαύρη αγορά, εργολαβίες δημόσιων έργων για λογαριασμό του κατακτητή κ.ο.κ.).
Η διάσταση αυτή υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στη Θεσσαλονίκη, αν μη τι άλλο λόγω του μεγέθους της τοπικής εβραϊκής κοινότητας. Οταν μέσα σ’ ένα πεντάμηνο η συμπρωτεύουσα άδειασε από το ένα πέμπτο του πληθυσμού της (46.265 σε σύνολο 225.746, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1940), η έκταση των ευκαιριών που δημιουργήθηκαν απ’ αυτή την εκκαθάριση είναι κάτι παραπάνω από προφανής: σπίτια, καταστήματα και κάθε λογής περιουσιακά στοιχεία άλλαξαν χέρια μέσα σε συνθήκες χαώδεις και με διαδικασίες το λιγότερο αμφιλεγόμενες, όπου οι διασυνδέσεις με τα ανώτερα κλιμάκια της δωσιλογικής διοίκησης και τις γερμανικές Αρχές κατοχής αποτελούσαν ένα κρίσιμο χαρτί.
Η στάση του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, η συνειδητή δηλαδή κωλυσιεργία ή και άρνηση των Αρχών να επιστρέψουν στους επιζώντες του Ολοκαυτώματος τις περιουσίες που αυτοί «εγκατέλειψαν» το 1943, επιβεβαίωσε απλώς αυτή τη διαπλοκή. Για μια σφαιρική αποτύπωση αυτής της πτυχής του Ολοκαυτώματος, ο αναγνώστης μπορεί ν’ ανατρέξει στο βιβλίο του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» (Αθήνα 2006, εκδ. Αλεξάνδρεια, σσ. 495-538).
Μια επιμέρους αλλά αποκαλυπτική ψηφίδα της αποτυπώνεται στο ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε στη συνέχεια: το (τύποις απολογητικό) υπόμνημα του ναζιστή πανεπιστημιακού Βασιλείου Εξαρχου (1903-1973), τακτικού τότε καθηγητή της Θεολογίας στο ΑΠΘ, προς τον πρύτανη του ιδρύματος για όσα καταλόγιζε σε βάρος του ένας αξιωματικός του διαλυμένου ελληνικού στρατού.
Πρώην διερμηνέας της ειδικής μονάδας (Sonderkommando Rosenberg) που το Γ΄ Ράιχ έστειλε το 1941 στην Ελλάδα για την αναζήτηση και κατάσχεση των εβραϊκών αρχείων και βιβλιοθηκών, επικεφαλής αργότερα (1944) του «Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος – Εθνική Ενωσις Ελλάς» της συμπρωτεύουσας, ο Εξαρχος κατηγορείται τον Μάιο του 1943 από τον Ρουμελιώτη λοχαγό Νικόλαο Νικολάου, πρόσφυγα από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη, ότι αξιοποίησε τις επαφές του στη γερμανική διοίκηση για να τον αποβάλει από το (εβραϊκής ιδιοκτησίας) σπίτι όπου έμενε, προκειμένου να ιδιοποιηθεί τον χώρο και τα έπιπλα των ιδιοκτητών που μόλις είχαν σταλεί στο Αουσβιτς.
Ο «απολογούμενος» αντιστρέφει με τη σειρά του τις κατηγορίες και παραθέτει τη δική του εκδοχή των γεγονότων, διανθισμένη με διάφορες εθνικοπατριωτικές κορόνες. Αυτό που ενδιαφέρει σήμερα δεν είναι φυσικά το «δίκιο» του ενός ή του άλλου καταπατητή, αλλά το ιστορικό φόντο της όλης διένεξης: ο διαγκωνισμός της τοπικής εθνικοφροσύνης για την ιδιοποίηση όσων άφησε πίσω της η Τελική Λύση του «εβραϊκού προβλήματος».
Προσπαθώντας να λύσουν επωφελώς τη διαφορά τους, οι δύο ανταγωνιστές περιοδεύουν αρχικά από υπηρεσία σε υπηρεσία, αναζητώντας «κανένα καλό σπίτι» για τον αξιωματικό, προτού τα επίζηλα έπιπλα τινάξουν στον αέρα τη συνεργασία τους και οι εκατέρωθεν άκρες στην εξουσία επιστρατευθούν για το ξεκαθάρισμα, πλέον, του μεταξύ τους λογαριασμού. Οι μεσότιτλοι του εγγράφου έχουν μπει από τον επιμελητή, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη.
Διευκρινίζεται, τέλος, πως η «Υπηρεσία της οδού Βελισσαρίου 42», που επικαλείται ο Εξαρχος ως πηγή νομιμοποίησης των αξιώσεών του, δεν ήταν άλλη από το επιτελείο των υψηλόβαθμων ναζί (Ντίτερ Βισλιτσένι, Αλόις Μπρούνερ) που οργάνωσε τη γενοκτονία. Στην είσοδο του κτιρίου, πληροφορούμαστε από το βιβλίο του Μαζάουερ (σ. 505), κυμάτιζε «μια μεγάλη μαύρη σημαία των Ες Ες».
