Μέτρια από πολλές απόψεις ήταν η συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ υπό τον Στέφανο Τσιαλή στο Μέγαρο Μουσικής στις 29/1/2016, αφήνοντας γεύση απογοήτευσης.
Μέρος του κύκλου «Γνωστοί και άγνωστοι θησαυροί», το ετερόκλητο πρόγραμμα συνέθεσε ένα ακρόαμα αισθητά ασύνδετων ερεθισμάτων, επιτείνοντας την εντύπωση της προβληματικής αντιμετώπισης του ρεπερτορίου από την ορχήστρα, γεγονός που, βέβαια, συνδυάζεται και με τη μείωση του αριθμού συναυλιών αμιγώς κλασικής συμφωνικής μουσικής.
Επιπλέον κάθε ανάγνωση υστερούσε για διαφόρους λόγους ενώ και η απόδοση του σολίστα έπασχε.
Τη βραδιά άνοιξε το σπάνια παρουσιαζόμενο συμφωνικό ποίημα «Μακμπέθ» του 24χρονου Ρίχαρντ Στράους, νεανική σύνθεση στην οποία ήδη φανερώνεται σε πλήρη εκδίπλωση η δεινότητά του στη συμφωνική αφήγηση και την αριστοτεχνική ενορχήστρωση.
Το έργο δόθηκε αξιοπρεπώς, στρωτά και δίχως λάθη, ωστόσο από την εκτέλεση έλειψαν το κορεσμένο συναίσθημα και οι τραχιές παροξυσμικές αιχμές που δίχως αυτές ο συμφωνικός Στράους τείνει εύκολα να υποβαθμιστεί σε αυτιστικά φιλάρεσκη φλυαρία.
Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για όμποε» του Μότσαρτ, που ορθώς δόθηκε με περιορισμένο κλιμάκιο της ορχήστρας.
Εμπειρος επαγγελματίας σολίστας o ομποΐστας της ΚΟΑ Δημήτρης Βάμβας πρόσφερε μια γενικώς καλή ερμηνεία. Το παίξιμό του διέθετε μουσικότητα, συνοχή, άριστο συντονισμό με την ορχήστρα.
Ωστόσο, υφολογικά, έτεινε περισσότερο προς τον ρομαντισμό –ένθεν οι έντονες φωτοσκιάσεις, οι α λα-Ροσίνι δεξιοτεχνικές εξάρσεις και οι εκφραστικοί μανιερισμοί– παρά προς την ιστορική ερμηνευτική.
Την εντύπωση αυτή ενίσχυσαν και οι (δικής επιλογής;) παράγραφοι ελεύθερης δεξιοτεχνίας, στις οποίες οι υψηλές ταχύτητες προκάλεσαν ατέλειες στην άρθρωση.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ. 5» του Σιμπέλιους σε μια γενικώς ατελή εκτέλεση που ήχησε συχνά εκτός θέματος.
Το εναρκτήριο μέρος, όπου ο συνεκτικός ειρμός και η μουσική δραματουργία βασίζονται σε ένα αργό, σταθερής ροής υπόγειο συνεχές όθεν αναδύονται επιμέρους επεισόδια και ακριτομυθίες οργάνων, δόθηκε ασταθώς, με άτακτα κυμαινόμενες ταχύτητες, κατακερματίζοντας την συνοχή και απονοηματοδοτώντας τον βασικό του χαρακτήρα.
Ο έλεγχος των διαβαθμίσεων της δυναμικής και της δραματικής έντασης έμοιαζε τυχαίος, ενώ σε κρίσιμα σημεία το παίξιμο των εγχόρδων έτεινε να αποσυντίθεται.
Παρά τις καλές συνεισφορές των πνευστών, αντίστοιχα συνέβησαν και στο δεύτερο μέρος.
Τέλος, στο τρίτο μέρος, το αεικίνητο, μινιμαλιστικό συνεχές υπόστρωμα των εγχόρδων επί του οποίου φέρεται και δομείται όλη η συμφωνική δράση, δόθηκε εξ αρχής πολύ γρήγορα και τεταμένα, διαταράσσοντας την οικονομία των κορυφώσεων.
