Δεν φτάνει μια ζωή για να διαβάσεις όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης ή τουλάχιστον για να ξαναπεράσεις μερικά, εκείνα των μεγάλων μαέστρων της γραφής, τους φίλους που χοροπηδούν στα όνειρά σου και ικανούς, με τα έργα τους, να σε προτρέψουν να γράψεις.
Ποιοι είναι, στη λογοτεχνία, οι μαέστροι; Είναι εκείνοι που συμπυκνώνουν στο έργο τους όλες τις δυνατότητες της γραφής.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που δεν μπορούμε να διαβάσουμε τα πάντα, ας γυρίσουμε στα βιβλία εκείνα που αξίζει να διαβάσουμε περισσότερο από μία φορά.
Πρώτα, φυσικά, απευθύνσου στον Δάντη και τη «Θεία κωμωδία», που με την απαράμιλλη γλώσσα του δείχνει ποιο είναι το Κάντο της ύπαρξης∙ και ξαναδιάβασε τον «Αμλετ», τον «Βασιλιά Λιρ» και τα άλλα θεατρικά του Σέξπιρ που γνωρίζει να περιγράφει κάθε πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Ξαναπιάσε τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, επιτομή των μύθων και των λογοτεχνικών ειδών, που μας λέει πώς πρέπει να γράφεται ένα μυθιστόρημα πάνω στην προαιώνια αντιπαράθεση ανάμεσα στην τρέλα και την πραγματικότητα∙ τον «Τρίστραμ Σάντι» του Λόρενς Στερν, ανατροπέα κάθε συμβατικότητας, προάγγελο του αφηγηματικού εμπειρισμού∙ τον «Φάουστ» του Γκέτε, ταχυδακτυλουργού λέξεων, που τοποθετεί την αιώνια νεότητα πέρα από το καλό και το κακό.
Διάβασε ξανά τον Ουγκό, που με την «Παναγία των Παρισίων» επιλέγει ένα αποτελεσματικό υλικό αντιπαράθεσης για να αφηγηθεί την ιστορία -συγκλονιστική- της Εσμεράλντα και του Κουασιμόδου∙ τον Μπαλζάκ, που στην «Ανθρώπινη κωμωδία» διηγείται με ποιο τρόπο οι φιλοδοξίες για πλούτη, δόξα και ηδονή είναι τα αποτελέσματα των ψευδαισθήσεων που ονομάζονται ζωή∙
«Πόλεμος και ειρήνη» του Τολστόι, που μας κάνει να δούμε με ποια μιμητική ικανότητα ένας συγγραφέας θα κάνει να υποκλιθεί η φανταστική του ύλη στα γεγονότα της Ιστορίας. Μνημειώδης η Νατάσια Ροστόβα: να την ερωτευτείς, αν είσαι έστω και ελάχιστα συναισθηματικός.
Το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, πάνω στη διαμάχη ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, την αναπηρία και την υγεία, κι ακόμη τη μεταμόρφωση της αγάπης σε σωματική ασθένεια. Το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, που τονίζει τις ψυχολογικές ρήσεις του Ρασκόλνικοφ, μικροαστού «υπερανθρώπου»∙
Η «Μαντάμ Μποβαρί» που επινοεί τον έρωτα και ονειρεύεται, όπως ο Φλομπέρ χαμένος μέσα στις όμορφες σελίδες («Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ», ομολογεί ο συγγραφέας∙ προσθέτοντας στο νεκροκρέβατο: «Εγώ πεθαίνω κι αυτή η πουτάνα η Μποβαρί θα ζει για πάντα»)∙
«Η Δίκη» του Κάφκα πάνω στο παράλογο της γραφειοκρατίας και τις στυγνές διαδικασίες μιας άδικης Δικαιοσύνης∙ ο τετραπλός, πολυφωνικός μονόλογος, με κάθε μέρος του ν’ αντιστοιχεί στην αφήγηση μιας μέρας, στο «Η βουή και η μανία» του Φόκνερ.
Και να τώρα, ακόμη και πάντα, ο αστείρευτος «Οδυσσέας» του Τζόις, το λογοτεχνικό έργο (θα ήταν ελλιπές να το ορίσουμε μόνο ως μυθιστόρημα) που προσπάθησαν να μιμηθούν πολλοί συγγραφείς του 20ού αιώνα: ένα σταυροδρόμι από διαφορετικές γλώσσες, λόγιες, διαλέκτους, ελεγειακές, σατιρικές, ερωτικο-πορνογραφικές, ακόμη και θεολογικές, νομικές, επιστημονικές.
Σ’ αυτό το βιβλίο, μια φαινομενολογία της απόλυτης λογοτεχνικής ελευθερίας, ο Τζόις χρησιμοποιεί περίπου τριάντα χιλιάδες διαφορετικές λέξεις, ανεβάζει στη σκηνή εκατόν σαράντα οκτώ πρόσωπα και πραγματεύεται εκατόν τριάντα ένα θέματα. «Στον Οδυσσέα» -σχολιάζει ο ίδιος- «έγραψα δεκαοκτώ βιβλία σε δεκαοκτώ γλώσσες».
Μη σταματάς τη διαδρομή σου στην ανάγνωση και, ανάμεσα σε έργα μνημειώδη, σταμάτα σ’ εκείνα τα βιβλία που έγιναν, μαζί με άλλα, λαμπερά αστέρια, κληρονομιά ακόμη ανθρώπινη της ανθρωπότητας. Εκτίμησέ τα, αν αγαπάς την ποιοτική γραφή.
Αυτά τα κείμενα δεν ονοματίζουν μόνο τα πράγματα αλλά και ό,τι σ’ αυτά αναγνωρίζεις ως αρμονικό, λαμπρό και συναρπαστικό, κρυφό, αποκλειστικό, μοναδικό, συγκλονιστικό ή καινούργιο: μ’ άλλα λόγια, ούτε δεδομένο ούτε προσβλητικό. Καμία γλώσσα όπως η δική τους -λέει ο Μπόρχες- «μπορεί να προφέρει μια συλλαβή που να μην είναι γεμάτη τρυφερότητα και τρόμο» («Μυθοπλασίες»).
Τρυφερότητα και τρόμος, ουτοπία και πάθος, χαρά και απογοήτευση συλλαβίζουν τα βιβλία των μεγάλων συγγραφέων, των μαέστρων· φτιαγμένα, όπως τα ανθρώπινα όντα, από το σκοτεινό και το απέραντο. Αλλά από το ανθρώπινο επιβιώνει η γραφή: ανακαλώντας την ακαταμάχητη ελευθερία του συγγραφέα, που απευθύνεται μόνο στην ελευθερία του αναγνώστη.
*Ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
