Ξημερώματα, έμπλεξα με το Ιντερνετ (κάτι έψαχνα, και στο Ιντερνετ το κάτι που ψάχνεις σε πάει σε κάτι άλλο…) και βγήκα για πρωινό περίπατο περίπου είκοσι λεπτά αργότερα από το συνηθισμένο αυτή την εποχή.
Είκοσι λεπτά διαφορά, την ώρα που φωτίζει η μέρα, δεν είναι διαφορά μεσημεριού, μονότονη, είναι διαφορά ποικιλίας αφάνταστης σε ήχους και χρώματα. Το γνωρίζουν αυτό καλά όσοι δεν ξυπνάνε από βραδινό ύπνο… νωρίς το μεσημέρι.
Το πρώτο που με εντυπωσίασε, στην πρώτη διασταύρωση με θέα τον Υμηττό, ήταν ότι έπεσα στη στιγμή που η ανατολή πυρπολούσε τον ουρανό πάνω από τον Υμηττό. Θέαμα φαντασμαγορικό. Συμβαίνει μόνο με αχνή συννεφιά, συγκεκριμένη στιγμή και διαρκεί ελάχιστα∙ ούτε πέντε λεπτά και με το φως να καμπυλώνει.
Η «ροδοδάκτυλος Ηώς» της «Οδύσσειας», που περιέγραψαν με θαυμασμό και άπειρα επίθετα οι αρχαίοι ποιητές: φάεννα, βοώπις, ευπλόκαμος, κροκόπεπλος, λευκόπτερος, ροδόπηχυς, ροδοστεφής, ροδόσφυρος… ατελείωτα.
Το δεύτερο ήταν ένας κρότος. Αυτός μάλλον με τρόμαξε. Ακούστηκε ακριβώς πλάι μου, καθώς περνούσα, κάτι να σκάει, με γδούπο, σε καπό αυτοκινήτου.
Ηταν δυο γινωμένα νεράντζια (κατάμεστες αυτή την εποχή οι πολλές νεραντζιές της Αθήνας!). Σκάσανε, ταυτοχρόνως, στο καπό και κύλησαν στην άσφαλτο. Παρακάτω, άλλα τρία νεράντζια, ταυτοχρόνως και αυτά, πέρασαν ξυστά από τον αριστερό μου ώμο.
Χάρηκα, διότι είμαι, νομίζω, από τους ελάχιστους που έχουν βάλει το νεράντζι της Αθήνας από το… πεζοδρόμιο στην κουζίνα: γλυκό κουταλιού, μαρμελάδα, ξύσμα φλοιού για άρωμα σε φαγητά, ζουμί αντί για λεμόνι, χυμός σε αναψυκτικά…
Σε φίλους και φίλες που μου επισείουν… κινδύνους για… αστική μόλυνση από καυσαέρια και λοιπά, απαντώ ότι το νεράντζι της πόλης, τώρα πια, δεν είναι περισσότερο επικίνδυνο από το… σπανάκι του αγρού.
Το τρίτο που χάρηκα στον… καθυστερημένο περίπατο ήταν τα πουλιά! Επεσα και σ’ αυτά πάνω στο ξύπνημά τους.
Στο πρώτο σύδεντρο, μπαίνοντας στο άλσος της Πανεπιστημιούπολης, τα πουλιά χαλούσαν τον κόσμο. Εκτός από κοτσύφια, που κελαηδάνε όμορφα, ξέρω πως ο Υμηττός, από ωδικά, φιλοξενεί ακόμα καρδερίνες, φλώρους και άλλα που δεν ξέρω.
Δεν χρειάζεται όμως να έχει βγάλει κανείς… ωδείο! Μια χαρά τιτιβίζουν την αυγούλα και τα σπουργίτια! Επίσης, δεν έχω γνωρίσει έως τώρα πουλί που να… φαλτσάρει…
Στην επιστροφή, πενήντα μέτρα από το σπίτι, από την άλλη μεριά του πεζοδρομίου, ένας πατέρας πήγαινε το αγοράκι του στο νηπιαγωγείο. Ο μπαμπάς κρατούσε τον σάκο του σχολείου και το αγοράκι φορούσε σκουφάκι πλεχτό, χρωματιστό, με αυτάκια.
Τη στιγμή που διασταυρωνόμασταν, ο μικρούλης κινήθηκε προς τη μεριά μου, στάθηκε μπροστά μου, σήκωσε το κεφαλάκι, μου γέλασε και με αγκάλιασε στα πόδια (οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους να είναι κοινωνικά και θαρρετά ή ακοινώνητα και φοβισμένα!).
Του γέλασα κι εγώ, του χάιδεψα το κεφαλάκι, «Τέτοιες καλημέρες να παίρνει κανείς, μωρό μου…» είπα ξεκινώντας μία ακόμα μέρα μου, που έτυχε να είναι και μέρα γενικής απεργίας…
