Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Ευρωκομμουνισμός: από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά» (εκδ. ΠΟΛΙΣ), διεξάγεται ένας ευρύτατος διάλογος. Εάν επιχειρήσει κανείς να κωδικοποιήσει τα ζητήματά του, τότε μπορεί να τα ταξινομήσει σε τρεις κατηγορίες:
- πρώτον, τι ήταν ο ευρωκομμουνισμός ως ιστορικό πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα,
- δεύτερον, ποια είναι η πολιτική και η ιδεολογική ταυτότητα της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς στη σημερινή συγκυρία
- και τρίτον, ποια σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στην ιστορική παράδοση του ευρωκομμουνιστικού κινήματος και τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά.
Εκφράζουμε μέσω αυτού του κειμένου την επιστημολογική βεβαιότητα ότι ο διάλογος θα συνεχιστεί και θα είναι γόνιμος επειδή η Αριστερά, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, έχει ανάγκη τις ιδέες μέσω των οποίων θα οργανώσει την πολιτική πρακτική της. Το πολιτικό αίτημα της «ενότητας θεωρίας και πράξης» είναι όσο ποτέ άλλοτε επιτακτικό.
Οσοι ισχυρίζονται ότι η πολιτική πράξη -και πιο συγκεκριμένα η κυβερνητική εξουσία- μπορεί να είναι υπόθεση της τυφλής εμπειρίας έχουν παραιτηθεί από το αίτημα του έλλογου σχεδιασμού της ιστορίας και της κοινωνίας.
Στο πρώτο ζήτημα, στην ανάλυση του ευρωκομμουνισμού ως ιστορικού πολιτικού σχεδίου, αξίζει να σημειωθούν τα εξής: Στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, οι πολιτικές ρίζες του ευρωκομμουνισμού βρίσκονται στις εξεγέρσεις της Ουγγαρίας (1956) και της Τσεχοσλοβακίας (1968), ενώ οι πνευματικές καταβολές του αναζητούνται στο βιβλίο του Μαρκούζε με τον τίτλο «Ο σοβιετικός μαρξισμός» (1958). Τα τρία αυτά μείζονα συμβάντα αποκαλύπτουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ότι στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου (1945) δεν εγκαθιδρύθηκαν καθεστώτα σοσιαλισμού, ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά ολοκληρωτικά καθεστώτα.
Ο ευρωκομμουνισμός λοιπόν εμφανίζεται ως πολιτικό σχέδιο, το οποίο υπερασπίζεται τη «χαμένη τιμή» του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα μάχεται εναντίον της βαρβαρότητας του καπιταλισμού. Από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρξε το γνήσιο τέκνο του πολιτικού διαφωτισμού στην ιστορική συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου.
Θα μπορούσαμε να αποτιμήσουμε την πολιτική και την ιδεολογική συνεισφορά του στην ιστορική εξέλιξη εάν συγκρίνουμε την πορεία του με την πορεία του εργατικού κινήματος κατά τον 19ο αιώνα. Οπως το εργατικό κίνημα κεφαλαιοποίησε τις κατακτήσεις του στον κοινωνικό βιόκοσμο του καπιταλιστικού κράτους, έτσι και ο ευρωκομμουνισμός ως ιδεολογικό και πολιτικό πρόγραμμα κατέδειξε ότι οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας είναι αξίες που αναφέρονται στον ίδιο τον άνθρωπο, αφετέρου η πρακτική εφαρμογή τους εξαρτάται από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία.
Για την ελληνική πολιτική κοινωνία το κίνημα του ευρωκομμουνισμού εκφράστηκε κατά δημιουργικό τρόπο και όχι μέσω μεταπρατικών διαδικασιών από το ΚΚΕ Εσωτερικού στην πρώτη φάση και στη συνέχεια από τις επιγονικές εκδοχές αυτής της κομματικής συλλογικότητας, με τελευταία εκδοχή τη Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ). Ο αναγνώστης θέτει το εύλογο ερώτημα: Ποιος είναι σήμερα ο κληρονόμος του ευρωκομμουνισμού στα ελληνικά πολιτικά πράγματα και η απάντησή μας δεν θα είναι ούτε μονοσήμαντη ούτε απλουστευτική.
Πρέπει να ξεκινήσουμε με δύο εμπειρικές διαπιστώσεις. Η πρώτη είναι ότι μετά από εβδομήντα χρόνια, δηλαδή μετά τη λήξη του πολέμου, ασκεί την κυβερνητική εξουσία ένα κόμμα, μια κομματική συλλογικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ, που αυτοπροσδιορίζεται ως Αριστερά. Και η δεύτερη έχει να κάνει με τον κατακερματισμό της Αριστεράς ως οντότητας και όχι ως κομματικής συλλογικότητας. Η ελληνική κοινωνία συγκροτήθηκε εντός του 2015 δύο φορές ως εκλεκτορικό σώμα και αποφάσισε να εκλέξει τον ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, να αναθέσει την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ.
Το ερώτημα επαναδιατυπώνεται: Εχει καμιά σημασία μπροστά στην πολιτική παντοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να εξετάσει κανείς εάν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή μήπως μια άλλη εκδοχή της κατακερματισμένης Αριστεράς είναι ο κληρονόμος του ευρωκομμουνισμού; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί σε πολλά επίπεδα.
Αλλά θα επιμείνουμε στο εξής: Μέχρι το 2010 η ανανέωση, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται στην πολιτική γλώσσα, της Αριστεράς ήταν δεδομένη και παρούσα. Τότε όμως, εάν εξετάσουμε τις πολιτικές εξελίξεις στο επίπεδο των προσώπων και των ατομικοτήτων, ο Κουβέλης ιδρύει τη ΔΗΜΑΡ και ο Τσίπρας αναλαμβάνει το πολιτικό έργο να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.
Δεν καταγράφεται αυτή η πολιτική διαφωνία ανάμεσά τους ως σύγκρουση ιδεολογικού προσανατολισμού της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αντιθέτως, εγγράφεται στη διαφωτιστική πολιτική λογική των επιχειρημάτων, των θέσεων, των διαφωνιών και των διαφορετικών στάσεων στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες.
Ας τονιστεί ξανά, οι ιδέες της Αριστεράς δεν βρίσκονται σε ένα ντουλάπι και ο καθένας μας μπορεί να τις ανασύρει όποτε θέλει και όποτε τον βολεύει. Το πολιτικό σχέδιο του ευρωκομμουνισμού έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορική επεξεργασία των ιδεών του Διαφωτισμού στην Ευρώπη κατά τη συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου.
Η ελληνική Αριστερά μέσω του ΣΥΡΙΖΑ είναι κυβέρνηση σήμερα στην ελληνική πολιτική κοινωνία. Δεν τίθενται θέματα κληρονομιάς είτε ιδεολογικής είτε πολιτικής ανάμεσα σε δύο ηγέτες που προέρχονται από τον ίδιο χώρο. Η «ευρωπαϊκή στροφή» του ΣΥΡΙΖΑ και ο πολιτικός διαφωτισμός της Ενωτικής Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς συγκροτούν τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά, που είναι η ίδια η συνείδηση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
