Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε φορά που ξεκινούσα απ’ το Μεγάλο Κάστρο για τα Σφακιά μες στο κατακαλόκαιρο, αντιμετώπιζα το δίλημμα του δρομολογίου.

Ν’ ακολουθήσω τον στρωτό τον δρόμο, που αφήνει την εθνική οδό στο Ρέθυμνο κι αφού διασχίσει τα χωριουδάκια τ’ Αη-Βασίλη πιάνει γλυκά την ακροθαλασσιά του Λιβυκού και συναντά το Φραγκοκάστελο με τ’ αερικά του;

Ή να καβαλικέψω την άλλη στράτα, τ’ αοριού, με τις φιδίσιες στροφές και τα γκρεμνά, ν’ ανηφορίσω ώς τ’ Ασκύφου για να βουτήξω έπειτα στην απότομη κατηφοριά στης Ιμπρου το φαράγγι;

Στον δρόμο έπαιρνα πάντοτε την απόφαση για τη διαδρομή, κι ανάλογα το πόσην ώρα είχα διαθέσιμη να σπαταλήσω· στις τέσσερις τ’ απόγεμα έφευγε το τελευταίο καράβι από τη Χώρα Σφακίων για την Αγια-Ρουμέλη κι έπρεπε να ’μαι στο λιμάνι.

Σαν έφτανα στο λιμανάκι, πάρκαρα το πιστό μου κουβαδάκι με τα χίλια εκατό του κυβικά, το ξεφόρτωνα και του ευχόμουνα καλή αντάμωση.

Πήδαγα πάνω στο καραβάκι και για τρεις ώρες αγνάντευα τις απολήξεις της καταπράσινης Μαδάρας, καθώς βουτούσανε στη θάλασσα.

Απάτητοι όρμοι, γκρεμνά και δάση. Κατέβαινα στην Αγια-Ρουμέλη, στην έξοδο του φαραγγιού της Σαμαριάς, και συνέχιζα πεζός στο μονοπάτι προς τ’ ανατολικά, για την παραλία στον Αγιο Παύλο. Στον ώμο περασμένος ο υπνόσακος και λιγοστές προμήθειες στα χέρια.

Κάνα δυο ώρες δύσκολο περπάτημα μέσα στο δάσος που κατέβαινε ίσαμε τη θάλασσα, αντάμωμα με μια παρέα που ήταν ήδη εκεί και μια απολαυστική βουτιά στα κρουσταλλένια νερά.

Κι ύστερα, η νύχτα· πώς να την περιγράψεις, αλήθεια, τη νύχτα;

Να πεις για το βαθύ σκοτάδι, δίχως κανένα φως πολιτισμού να σου μολύνει τον ορίζοντα; Για τον τρελό χορό των αστεριών μέσα στον ποταμό του γαλαξία;

Για την εκκωφαντική ησυχία, που τη διέκοπταν μονάχα οι νυκτόβιοι κάτοικοι του δάσους με τις φωνές και τα κρωξίματά τους; Για το τρανζιστοράκι, που αναμετέδιδε απόκοσμους αμανέδες από μιαν άλλη ήπειρο, απόμακρη και κοντινή συνάμα;

Λέγεται πως σ’ ένα ταξίδι του για τη Ρώμη, ναυάγησε ο Αγιος Παύλος και ξεβράστηκε σ’ αυτήν εδώ τη δασωμένη παραλία. Εκεί που πρωτοστάθηκε όρθιος σαν πάτησε στεριά, έγινε θαύμα κι άρχισε ν’ αναβλύζει πόσιμο, γλυκό νερό στην αμμουδιά, δίπλα στην αρμυρή θάλασσα.

Κι από τότε, οι λιγοστοί διαβάτες που διέσχιζαν αυτή την έρημη γωνιά του κόσμου, δεν χρειαζότανε να κουβαλούν νερό παρά έσκαβαν τις πέτρες στο σημείο κι αυτό αμέσως λίμναζε μπροστά τους.

Δύσκολα το πιστεύεις, αν δεν το δεις κι αν δεν το δοκιμάσεις. Εχει μια γεύση αψιά και γλυφή, αλλά πίνεται και ξεδιψάζει. Κι έτσι, ποτέ μου δεν χρειάστηκε να κουβαλώ νερό στο καλοκαιρινό αυτό προσκύνημα.

Κάηκε, λέει, Μάρτη μήνα το δάσος της Σελούδας στον Αγιο Παύλο, μες στον δρυμό της Σαμαριάς. Αποστρέφω το βλέμμα μου απ’ τις φωτογραφίες, που δείχνουνε αυτό το θαύμα της φύσης παραδομένο στην πυρά.

Πού θ’ αποσκιάσουνε φέτος το καλοκαίρι τα όνειρα και ο ρομαντισμός μαςΠού θα γαληνέψουνε οι ψυχές μας;

Τι θ’ απογίνουνε οι αυτόχθονες του δάσους – όσοι επιβιώσανε απ’ την καταστροφή;

Πώς θα διαβούνε το καψαλισμένο μονοπάτι τους οι πάμπολλοι ορειβάτες που κατεβαίνουνε από το χωριουδάκι τ’ Αη-Γιάννη κι απ’ την Αγια-Ρουμέλη;

Και ποιος παράδεισος θα απομείνει εντέλει για τους αποσυνάγωγους του όχλου και του υποτιθέμενου πολιτισμού;

Κάηκε, λέει, ο Αγιος Παύλος και τα στοιχεία δείχνουν εμπρησμό από ανθρώπου χέρι. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι αλλιώς· αυτή η δίποδη ράτσα των ανθρώπων φημίζεται στο ζωικό βασίλειο για τις αυτοχειρίες της.