Με αφορμή τα εγκαίνια του νέου πανευρωπαϊκού κινήματος (και μάλιστα στην «καρδιά του κτήνους», στο Βερολίνο) για τον εκδημοκρατισμό της Ε.Ε και για την επανίδρυση της ουτοπίας να επιστρέψουν οι «δήμοι» στο προσκήνιο της ιστορίας, θα ήθελα να καταγράψω ορισμένες σκέψεις για τους δικαιολογητικούς λόγους υποστήριξης ενός τέτοιου εγχειρήματος, αλλά και για (εσωτερικούς και εξωτερικούς) κινδύνους αποτυχίας του.
Φύσει απαισιόδοξος και αμφισβητίας ως προς τη στάση ζωής (κατ’ αναλογία με το γκραμσιανό μότο “απαισιοδοξία της γνώσης και αισιοδοξία της βούλησης”), θα ασχοληθώ στο πρώτο μέρος με την παράθεση κινδύνων, προειδοποιήσεων και ενστάσεων, προκειμένου να ακολουθήσει στο δεύτερο μέρος του άρθρου η φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Οι ενστάσεις, κίνδυνοι, προειδοποιήσεις για ενδεχόμενη αποτυχία του DIEM 25 θα μπορούσαν να σχηματοποιηθούν σε τέσσερις κατηγορίες:
-Περισσότερη πίστη στις ιδέες, λιγότερη αφοσίωση στα πρόσωπα
Όσο μεγάλο επικοινωνιακό χάρισμα κι αν έχει ο κ. Βαρουφάκης, το εγχείρημα αυτό θα πρέπει να στηριχθεί στον “δήμο” και να στραφεί στην (άλλοτε δικαιωμένη και άλλοτε αδικαίωτη) κινηματική αυτοοργάνωση. Ο συλλογικός φορέας, μέσω διαβούλευσης υπό την ηγεσία του κ. Βαρουφάκη, θα θέτει τις προγραμματικές αρχές, τους κατευθυντήριους άξονες (principles) και η αυθορμησία των κινημάτων θα μορφοποιεί τις αρχές αυτές σε συγκεκριμένα αιτήματα (policies), τα οποία θα επιχειρεί να διοχετεύσει στην πρώτη γραμμή της δημοκρατικής διαβούλευσης.
Η δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος αφορά την εύρεση της χρυσής τομής, ώστε ο κινηματικός ριζοσπαστισμός να μην μεταλλαχθεί σε μικροαστικό εθνολαϊκισμό, ώστε ο σπόρος της από τα κάτω οργάνωσης της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής να μην μαραθεί μες στις κλειστές πόρτες μιας συγκεντρωτικής κομματικής δομής. Το μείζον ζήτημα είναι η αγανάκτηση των μαζών για την χρεοκοπημένη διαχείριση του καπιταλισμού από τις συστημικές πολιτικές δυνάμεις να προσλάβει πιο δημιουργικά χαρακτηριστικά και να γίνει μια γροθιά προς την επίτευξη ενός συγκεκριμένου συλλογικού στόχου. H μετεξέλιξη των κινημάτων των πλατειών σε όλες τις μεγαλουπόλεις του σύγχρονου καπιταλισμού από απολιτίκ μάζα σε πολιτικό δήμο αποτελεί την αρχή των πάντων. Τα θνησιγενή πρόσωπα δίνουν πνοή σε a priori διεκδικήσεις του Ορθού Λόγου, σε ιδέες με αντοχή στη φθοροποιό επίδραση του χρόνου. Το αντίστροφο (οι ιδέες να ταυτίζονται με τη διάρκεια ζωής ενός πεφωτισμένου προσώπου) οδηγεί σε μεσσιανικά σύνδρομα, σε αδρανοποίηση των από τα κάτω κινηματικών χαρακτηριστικών και σε πλήρη αποδυνάμωση των κομμάτων αρχών.
-Το εγγενές δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε.
Το αίτημα εκδημοκρατισμού της Ε.Ε αντιφάσκει με την ίδια τη φύση της Ένωσης ως διακυβερνητικής (κατά κύριο λόγο) τελωνειακής και νομισματικής ένωσης κυρίαρχων εθνών-κρατών. Η οικοδόμηση της Ε.Ε βασίστηκε εξαρχής στη λογικά αφελή και ταξικά ιδιοτελή αντίληψη ότι ο άνθρακας και ο χάλυβας, μια κοινή αγορά χωρίς τελωνειακούς δασμούς, το εμπόριο ή ένα κοινό νόμισμα μπορούν να ενώσουν λαούς και κράτη που αιματοκύλισαν δις την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελούσε τον ιδεολογικό μανδύα της Ένωσης πολύ πριν τα προτάγματα της “Σχολής του Σικάγο” αποκτήσουν ηγεμονικό ρόλο στις δυτικές κοινωνίες. Η Ενωμένη Ευρώπη εκ κατασκευής αντλούσε την πρώτη ύλη της κοσμοθεωρίας της από την διαλεκτική του Hayek, “η οικονομική ελευθερία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πολιτική ελευθερία”. Υπό αυτό το πρίσμα, διόλου δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η ανάποδη, σαν τον κάβουρα, πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (ύπαρξη κοινού νομίσματος χωρίς τα στοιχειώδη εχέγγυα οικονομικής σύγκλισης, πόσο μάλλον διαμορφωμένης κοινής πολιτικής ταυτότητας). Το δημοκρατικό έλλειμμα και η αντίστροφη πορεία οικοδόμησης της Ένωσης δεν οφείλονται σε κατασκευαστικό σφάλμα, αλλά αποτελούν μια συνειδητή κατασκευαστική επιλογή των ευρωπαϊκών ελίτ. Το αίτημα για εκδημοκρατισμό δεν βρήκε ποτέ θέση στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, απλώς η κρίση και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υπέρβασή της κατέδειξαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, τον διακυβερνητικό αυταρχισμό που κρυβόταν πίσω από τη μάσκα μιας (νομιμοφανούς) ένωσης ισότιμων κρατών-μελών.
-Το ταμπού της ρήξης με το ευρωπαϊκό ιερατείο
Ας υποθέσουμε ότι το νεοσύστατο πανευρωπαϊκό κίνημα σημειώνει πρωτοφανή κινητοποίηση σε επίπεδο μαζών και συναντά ευρεία απήχηση στο εκλογικό σώμα αρκετών κρατών-μελών της περιφέρειας της Ε.Ε. Με τον άνεμο αλλαγής μετά την επιβράβευση από τον “ευρωπαϊκό δήμο” η ηγεσία του κινήματος ξεκινά ένα νέο γύρο διαπραγμάτευσης με την Ιερή Συμμαχία της Ένωσης για την κυρίαρχη πολιτική στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο. Το ερώτημα που τίθεται αμείλικτο είναι πόσο έτοιμα (σε ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και επικοινωνιακό επίπεδο) για ρήξη θα εμφανιστούν τα κυβερνώντα κόμματα στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και ποιος θα είναι ο βαθμός κοινής γραμμής και αλληλεγγύης μεταξύ τους, σε περίπτωση που οι “σκληροί” του Βορρά επιμένουν στα εκβιαστικά τελεσίγραφα με συμφωνίες take it or leave it και στις απειλές για οικονομικό πόλεμο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Η άνευ όρων, ταπεινωτική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ (ιδίως μετά την απόρριψη των όρων των δανειστών από τον ελληνικό λαό με το εκκωφαντικό 62% στο ιστορικό δημοψήφισμα) το περασμένο καλοκαίρι θα πρέπει να αποτελεί οδηγό για τα ασφυκτικά όρια των ελιγμών εντός του υπάρχοντος πλαισίου της Ευρωζώνης και για την απροθυμία των ευρωπαϊκών ελίτ να βάλουν στην ατζέντα τους έναν στοιχειώδη εκδημοκρατισμό της Ένωσης (πόσο μάλλον να προχωρήσουν στη ριζική μεταρρύθμισή της). Με άλλα λόγια, ο “τρίτος δρόμος” οφείλει να δρομολογήσει ένα ρεαλιστικό plan b σε περίπτωση που οι ισχυροί παίκτες της Ευρωζώνης προχωρήσουν στο δικό τους plan b (ένα κλειστό club έξι-επτά κρατών με δρακόντειους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας και επιβολή Μνημονίου χωρίς ευρώ για τις χώρες της περιφέρειας).
-Το πρόβλημα του Νότου
Η προετοιμασία για ρήξη έχει ως βασικό προαπαιτούμενο την παραγωγική και θεσμική ανασυγκρότηση του χρεοκοπημένου μοντέλου ανάπτυξης της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Σε όλα τα κράτη-μέλη του Νότου, σε άλλα περισσότερο (π.χ. Ελλάδα) και σε άλλα λιγότερο (π.χ. Πορτογαλία) παρατηρούνται ποικίλα εκφυλιστικά φαινόμενα. Το κράτος έχει αλωθεί από τους κομματικούς στρατούς, η κοινωνία των πολιτών έχει οργανωθεί σε ανταγωνιστικές ομάδες συμφερόντων, οι κοινωνικές διεκδικήσεις δεν χαρακτηρίζονται από καντιανή καθολικότητα αλλά από συντεχνιασμό (τοπικού ή κλαδικού τύπου), οι αναπτυξιακές προοπτικές ταυτίζονται με την ύπαρξη τριγωνικών σχέσεων διαπλοκής (μιντιακό, τραπεζικό και πολιτικό κατεστημένο) και οι παραγωγικές δυνάμεις επιδίδονται σε ένα φρενήρη υπερκαταναλωτισμό, επιδεινώνοντας δραματικά το ισοζύγιο πληρωμών των κρατών της περιφέρειας σε σχέση με τα βιομηχανικά κέντρα της Ένωσης.
Εφόσον γκρεμίσουμε τον μικρό- και μεγαλο- παρασιτισμό και συγκροτήσουμε ένα κράτος δικαίου που θα παρέχει τα στοιχειώδη θεσμικά εχέγγυα της δημοκρατικής διαβούλευσης, θα έχουμε κερδίσει με το σπαθί μας την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση να συγκρουστούμε με τη σαθρή δομή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αν δεν λύσουμε το (ιδιαίτερο) πρόβλημα του Νότου, δεν θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε πειστικά και να απαιτήσουμε αποτελεσματικά τη μεταβίβαση πλεονασμάτων από τις χώρες του βιομηχανικού Βορρά για την κάλυψη των αναπόφευκτων ελλειμμάτων του μεταπρατικού Νότου (ιδέα του Keynes για την αποτελεσματική λειτουργία του new deal σε παγκόσμιο επίπεδο).
Όσο κι αν αναπτύξουμε με σχέδιο των εγχώριων κυβερνήσεων και με μεράκι των γεωργών-κτηνοτρόφων τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, ποτέ δεν θα μπορέσουμε πουλώντας μαρούλια να εξασφαλίσουμε θετικό ή ισάξιο ισοζύγιο πληρωμών σε σχέση με χώρες που εμπορεύονται αμάξια, υπολογιστές και λοιπά βιομηχανικά, τεχνολογικά είδη (δευτερογενής τομέας παραγωγής). Για να αναδείξουμε, πάντως, τη θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ Βορρά και Νότου και την ανάγκη παραγωγικής και θεσμικής αναδιάρθρωσης της Ένωσης κρίνεται πιο αναγκαίο από ποτέ τα P.I.G.S να συγκρουστούν με τις διαχρονικές τους παθογένειες. Η αυτοκάθαρση, εξάλλου, είναι το πρώτο βήμα προκειμένου να επέλθει η κάθαρση, αφού πέσει πάνω στα κεφάλια μας βαρύς σα νέμεση ο πέλεκυς της ιστορίας.
(μέρος 2ο)
Αφού αναφερθήκαμε σε τέσσερις (εσωτερικούς και εξωτερικούς) κινδύνους, με τους οποίους καλείται να αναμετρηθεί το νέο πανευρωπαϊκό κίνημα, είναι η κατάλληλη στιγμή για να εκφράσουμε τα θετικά γνωρίσματα που συμπυκνώνει και το καθιστούν αχτίδα φωτός (παρά τα επιμέρους σκοτεινά σημεία) μέσα σ’ ένα μαύρο σκηνικό.
-Η καντιανή απόρριψη του κοινού τόπου “αυτό μπορεί να είναι ορθό στη θεωρία, αλλά στην πράξη δεν ισχύει”
Για πολλά μπορεί να κατηγορηθεί ο κ. Βαρουφάκης (από εσφαλμένες εκτιμήσεις έως και υπεροπτικό ύφος), κανείς πάντως δεν μπορεί να του προσάψει ιδεολογική ασυνέπεια μεταξύ θεωρίας και πράξης. Με εξαίρεση την (παραδεχόμενη κι από τον ίδιο ως σφάλμα) παράταση της δανειακής σύμβασης στις 20 Φλεβάρη (χωρίς ρητές και σαφείς εγγυήσεις από τους δανειστές), κατά τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας δεν προχώρησε σε ενέργειες αντίθετες με όσα καταγράφει επίμονα ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας την τελευταία εξαετία. Η περιβόητη δήλωσή του, με την ιδιότητα του Υπουργού Οικονομικών, “συμφωνώ 70% με το γράμμα του Μνημονίου και διαφωνώ πλήρως με το πνεύμα” δεν είναι καθόλου αντιφατική με την αντιμνημονιακή του ταυτότητα. Στο Μνημόνιο περιλαμβάνονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (π.χ ρύθμιση των κανόνων ανταγωνισμού, εκσυγχρονισμός των κρατικών υποδομών, εξορθολογισμός της δημόσιας διοίκησης, περιστολή της σπατάλης με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων), οι οποίες θα έπρεπε να αποτελούν μεταρρυθμιστική πρόταση της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης και να μην επιβάλλονται ως take it or leave it επιταγή από τους δανειστές. Ο σκοπός των μνημονιακών συμφωνιών, ωστόσο, είναι εξ ολοκλήρου τοξικός. Μέσω της άρνησης αποδοχής ότι η Ελλάδα το 2010 πτώχευσε, η Τρόικα (και νυν κουαρτέτο) επιδιώκει, μέσω τεράστιων δανείων που συνάπτονται με αντισυμβαλλόμενους κράτη και διεθνείς οργανισμούς υπό τον όρο της όλο και πιο σκληρής λιτότητας, την εις ολόκληρον αποπληρωμή ενός μη βιώσιμου χρέους (το οποίο κατά ένα μεγάλο μέρος του έχει περάσει από τα χέρια των αγορών σε χέρια φορολογούμενων πολιτών).
Η ιδεολογική συνέπεια του κ. Βαρουφάκη χαρακτηρίζεται από πολλούς συμπολίτες μας ως ιδεοληπτική εμμονή σε ένα μοντέλο αδύνατο να λειτουργήσει στην πράξη. Όπως, όμως, απέδειξε μεγαλειωδώς, με την επίκληση του Ορθού Λόγου, και ο Kant, η ορθότητα μιας θέσης και η αλήθεια ενός ισχυρισμού δεν κρίνονται στο πεδίο της εμπειρικής πραγματικότητας, αλλά σε συνάρτηση προς τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης (ελευθερία, ισότητα, αυτονομία, αλληλεγγύη, βιοτική αυτοτέλεια). Επομένως, η απόρριψη μιας θέσης από την εκάστοτε συγκυριακή (διακυβερνητική ή κοινωνική) πλειοψηφία δεν αποτελεί αμάχητο τεκμήριο ότι είναι η θεωρία εσφαλμένη, αλλά περισσότερο συνιστά ένδειξη ότι η εμπειρική πραγματικότητα (όπως διαμορφώνεται τεχνηέντως από τα κυρίαρχα media) χρήζει αυτοβελτίωσης.
-Ο “τρίτος δρόμος”
Το πανευρωπαϊκό αυτό κίνημα φιλοδοξεί να εισφέρει μια νέα προοπτική σε όσους (ορθολογικά) ελεύθερους και (κοινωνικά) υπεύθυνους πολίτες αισθάνονται ότι ασφυκτιούν εγκλωβισμένοι σε ένα εφιαλτικό δίπολο. Στη Σκύλα του τεχνοκρατικού ελιτισμού και στη Χάρυβδη του εθνολαϊκισμού. Ανάμεσα στην άνευ όρων αποδοχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (offshore, πολυεθνικές, περιβαλλοντικό και εργασιακό dumping, απελευθέρωση κεφαλαίων) και στην ιστορική οπισθοδρόμηση στα τείχη των μισαλλόδοξων εθνών-κρατών οφείλουμε να βρούμε έναν τρίτο δρόμο.
Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί ένα ιστορικά κατοχυρωμένο όραμα, σύμφυτο με τις θεμελιώδεις διακηρύξεις της νεωτερικής εποχής. Ωστόσο, ο συλλογικός φορέας που θα την εκφράσει, οι μορφές που θα λάβει και ο σκοπός, στην υπηρεσία του οποίου θα ταχθεί, θα καθορίσουν αν η παγκοσμιοποίηση αποτελέσει ευλογία ή κατάρα για την ανθρωπότητα. Το κρίσιμο διακύβευμα είναι αν θα περιοριστεί στα golden boys ή θα φέρει στο προσκήνιο και τους κοινωνικά αποκλεισμένους, αν θα αποδεχθούμε με ευχολόγια την ,αυξανόμενη με γεωμετρική πρόοδο, κοινωνική ανισότητα ή θα διεκδικήσουμε δυναμικά την καθολική εφαρμογή της ισότητας των ευκαιριών. Το ζήτημα δεν είναι να αρνηθούμε την ίδια τη φύση της νεωτερικής κοινωνίας, αλλά να μετατρέψουμε τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης από μια τελειωμένη ιδιοτελή υπόθεση των ελίτ σε διαρκές χειραφετητικό όραμα για τους “δήμους” απανταχού στην οικουμένη.
Ο ευρωλάγνος, αυταρχικός τεχνοκρατισμός των Βρυξελλών τηρεί κατά γράμμα τις οδυνηρές τακτικές των ελίτ κατά τον Μεσοπόλεμο (η κατάρρευση της Lehman Brothers ως νέο κραχ του ’29, τα Μνημόνια ως σύγχρονη Συνθήκη των Βερσαλλιών). Το μισαλλόδοξο, ξενοφοβικό, αντιευρωπαϊκό πνεύμα και η περιχαράκωση στους ανταγωνισμούς των εθνών-κρατών θα ολοκληρώσει τον φαύλο κύκλο της οδύνης, επαναλαμβάνοντας την ιστορία (κατάλυση της ανάπηρης δημοκρατίας της Βαϊμάρης από το ναζισμό, διασπορά του μίσους στην παγκόσμια κοινότητα, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος) σαν τραγωδία (κατά την κλασική ρήση του Marx).
Όσο για τους φόβους να αποδειχθεί ο “τρίτος δρόμος” προς μια άλλη Ευρώπη φούσκα ανάλογη με τον “τρίτο δρόμο” για τη σοσιαλδημοκρατία του Giddens (όπως εφαρμόστηκε από τον Κλίντον, τον Μπλερ, τον Σρέντερ, τον Σημίτη κ.τ.λ.), υπάρχει μια βασική διαφορά, η αντίστροφη πορεία της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας. Ο “τρίτος δρόμος” προς τη σοσιαλδημοκρατία εκκινούσε από την αποδοχή της πραγματικότητας (νεοφιλελεύθερο μοντέλο, διαχείριση εντός των ορίων του καπιταλισμού) προκειμένου να “εκσυγχρονίσει” την (σοσιαλδημοκρατική) ιδεολογία. Ο “τρίτος δρόμος” προς μια άλλη Ευρώπη οφείλει να εκκινεί από θεμελιώδεις αρχές-αυταξίες της κοινωνικής συμβίωσης (όπως είναι ο εκδημοκρατισμός της οικονομίας), προκειμένου να οδηγήσει σε ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δομών της υφιστάμενης πραγματικότητας, φέρνοντας σε διαλεκτική συμπόρευση τον Marx και τον Keynes.
-Ο πανευρωπαϊκός χαρακτήρας του κινήματος
Το σημείο-κλειδί που διαφοροποιεί ποιοτικά το εγχείρημα αυτό από τις προηγούμενες μεγαλόπνοες διακηρύξεις για μια άλλη Ευρώπη που απέτυχαν παταγωδώς (η Ευρώπη των εργαζομένων από το ρεύμα του “ευρωκομμουνισμού”, η Ευρώπη των λαών από τη ριζοσπαστική Αριστερά, η Ευρώπη των κρατών από τη σοσιαλδημοκρατία), είναι ο a priori πανευρωπαϊκός χαρακτήρας του. Οποιαδήποτε προσπάθεια εθνικών δρόμων για αναδόμηση του ευρωπαϊκού ιδεώδους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σε μια περίοδο αναζωπύρωσης των ανταγωνισμών και των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων μεταξύ των κυρίαρχων παικτών του καπιταλιστικού οικοδομήματος (Η.Π.Α.-Κίνα-Ε.Ε., Ρωσία και αναδυόμενες οικονομίες του αναπτυσσόμενου κόσμου), η απάντηση πρέπει να είναι εξ ορισμού διεθνική.
Πρωταρχική μέριμνα του εγχειρήματος είναι να αναδείξει ότι η υπάρχουσα δομή της Ένωσης υποκινεί τη μισαλλοδοξία, συσκοτίζει τις εντόπιες κοινωνίες των πολιτών με μισές αλήθειες και υπονομεύει το διάλογο για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τόσο οι (σε δεινή οικονομική θέση) Έλληνες, όσο και οι (φαινομενικά ωφελημένοι) Γερμανοί μεσο- και μακροπρόθεσμα θα είναι χαμένοι, αν συνεχιστεί η άρνηση της πραγματικότητας, στην οποία επιδίδονται οι εκάστοτε κυβερνήσεις τους. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τη δαιμονοποίηση ολόκληρων λαών για τις ολιγωρίες των κυβερνώντων τους, δεν υπάρχει τίποτε πιο ολοκληρωτικό από το δόγμα της συλλογικής πολιτικής ευθύνης για τα δεινά ενός τόπου. Οι μεν Έλληνες θα έχουν θυσιάσει το δημόσιο πλούτο και την λαϊκή-εθνική τους κυριαρχία, χωρίς να έχουν δραπετεύσει από το φαύλο κύκλο χρέους-ύφεσης, χωρίς να αισθανθούν έστω και λίγο παραπάνω Ευρωπαίοι, χωρίς να έχουν αποτινάξει το μειωτικό χαρακτηρισμό των “τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας”. Οι δε Γερμανοί θα είναι ξανά δαχτυλοδεικτούμενοι από την εθνολαϊκίστικη αφήγηση ως κατακτητές, το αδιέξοδο και ανόητο κίνημα “εμπάργκο στα γερμανικά προϊόντα” θα κερδίσει έδαφος ως αντίδραση στην αδιαλλαξία των ηγεμονικών ελίτ και θα υποτιμηθεί ραγδαία το διαχρονικό επίτευγμα της γερμανικής κοινωνίας (παρά τις όποιες εκπτώσεις εν μέσω νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας), ο σεβασμός της δημόσιας σφαίρας με κοινωνικό κράτος πρόνοιας.
Ο κύριος στόχος μιας πανευρωπαϊκής κίνησης για τον εκδημοκρατισμό της (κατά Mazower) “σκοτεινής ηπείρου” μας δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διάπλαση ενός ευρωπαϊκού δήμου, από την οικοδόμηση μιας κοινής, συλλογικής πολιτικής ταυτότητας. Η κοινή μοίρα όλων των ευρωπαϊκών λαών οφείλει να αναδειχθεί σε αυτοσκοπό και να μην εργαλειοποιηθεί στην υπηρεσία του εκάστοτε άλλου, υπέρτερου, και ενίοτε ανταγωνιστικού σκοπού (π.χ ευημερία, κοινή αγορά, κοινό νόμισμα κ.τ.λ.). Διαχρονικά η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν συνιστούσε αυτοσκοπό, αλλά λειτουργούσε ως μέσο για την επίτευξη μεγαλεπήβολων στόχων οικονομικού περιεχομένου, οι οποίοι ελάχιστη επίδραση ασκούσαν στη βιωμένη καθημερινότητα των απαθών πολιτών του κάθε κράτους-μέλους της Ένωσης.
Συνεπώς, είναι αδήριτη ανάγκη να συνδιαμορφώσουμε όλοι μαζί (ως Ευρωπαίοι πολίτες), καθ’ υπέρβαση κάθε αντιευρωπαϊκής ιδιοτέλειας ατομικής, εθνικής ή ταξικής φύσεως, κάτι που θα το υπερασπιζόμαστε και θα το κριτικάρουμε (ως διαμορφωτές, συμμέτοχοι και κοινωνοί) ανεξαρτήτως του αν έχουμε σε μια μεμονωμένη χρονιά υψηλότερους ή χαμηλότερους δείκτες ανάπτυξης από τα άλλα δυο μεγαθήρια του καπιταλισμού, Η.Π.Α και Κίνα.
-Η εναλλακτική στο δόγμα TINA (There Is No Alternative)
Ακόμα κι αν το εγχείρημα αυτό αποτύχει, προσκρούοντας μετωπικά στα αμετακίνητα βράχια της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, η εμφάνισή του στην κοινωνική και πολιτική ζωή του (υπό διαμόρφωση) ευρωπαϊκού “δήμου” συνιστά αναγκαίο, αν και όχι επαρκή, λόγο αισιοδοξίας. Σε μια εποχή που ακόμα και δημοκρατικά εκλεγμένες, αριστερές κυβερνήσεις υποτάσσονται στις βουλές των αγορών, με το επιχείρημα της έλλειψης εναλλακτικής λύσης, κρίνεται απαραίτητη η διατήρηση μιας (έστω και ουτοπικής) ελπίδας. Η δυστοπία του “τέλους της ιστορίας” και του “there is no alternative” είναι άμεση συνέπεια της επιβολής του homo economicus και της περιθωριοποίησης του homo politicus, απηχεί στον πιο ξεκάθαρο τόνο τον αφορισμό της Margaret Thatcher, “δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο άτομα”.
Θα αποδεχθούμε ως μια φυσιολογική ή τουλάχιστον αναπότρεπτη εξέλιξη 62 άτομα στον πλανήτη να κατέχουν ισάξιο πλούτο με τα 3,5 δισεκατομμύρια των φτωχότερων ανθρώπων του κόσμου (σύμφωνα με το πόρισμα της Oxfam για το 2016); Θα αποδεχθούμε ως κανονικότητα την δημοκρατική εκτροπή και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στα κράτη-μέλη που βρίσκονται σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής; Θα αποδεχθούμε την ανθρωπιστική κρίση ως αναπόφευκτη συνέπεια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης; Θα αποδεχθούμε ως ρεαλισμό και κοινή λογική την αντιδημοκρατική θέση ότι οι φτωχοί κάνουν ολέθρια λάθη όταν πρόκειται να πάρουν καθοριστικές αποφάσεις για το μέλλον τους;
Όλες οι παραπάνω παραδοχές αναδεικνύουν τη βαθύτατη κρίση αξιών και οραμάτων που εμφανίζουν τα πολιτικά υποκείμενα στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν πάση θυσία μέσα σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον. Το πανευρωπαϊκό αυτό κίνημα παρέχει μια (έστω και αχαρτογράφητη προς το παρόν) ουτοπική διέξοδο σε όσους δεν “παραδέχονται την ήττα”. Σε όσους θεωρούν, ακόμα κι αν δεν μπορούν να δώσουν ένα θετικό, καθολικό ορισμό, ότι το δίκαιο είναι κάτι ηθικοπολιτικά ανώτερο από “το νόμο του ισχυρότερου” (κατά τη σοφιστεία του Θρασύμαχου). Σε όσους πιστεύουν βαθιά ότι οι Μήλιοι οφείλουν διαχρονικά να παλεύουν μέχρι τέλους (με δημοκρατική εγρήγορση και τη δύναμη της πειθούς) κόντρα στον αυταρχισμό και τη δύναμη των όπλων (άλλοτε στρατιωτικών, άλλοτε οικονομικών) των εκάστοτε Αθηναίων.
Ας γίνουμε ρεαλιστές κυνηγώντας το αδύνατο. Με ορθολογισμό, ενσυναίσθηση, κοινωνική ευαισθησία. Δίχως δημαγωγία, ιδιοτέλεια και άνευ όρων προσκόλληση σε αυθαίρετα δόγματα. Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον. Κι αν δεν καταφέρουμε να το μετατρέψουμε σε βιωμένη πραγματικότητα, τουλάχιστον θα νιώσουμε γεμάτοι, ως άνθρωποι και πολίτες του κόσμου, που το οραματιστήκαμε…
*Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)
