Επικαλούμαστε τους αρχαίους ημών (ίσως) προγόνους για ευτελείς συνήθως λόγους. Οι τελευταίοι συνοψίζονται στην απλοϊκή «διαπίστωση» ότι όταν στην Ελλάδα «χτίζαμε Παρθενώνες», οι υπόλοιποι -«ενοχλητικοί» για εμάς- λαοί του κόσμου «ανέβαιναν στα δέντρα για να φάνε μπανάνες».
Υποθέτω ότι για το παραπάνω θεώρημα θα μπορούσαν να εκφράσουν θεμελιωμένες ενστάσεις οι λαοί της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας από κοινού με τους σημερινούς απογόνους τους.
Αφήνω δε κατά μέρος την περίπτωση της Κίνας, της οποίας ο νεόκοπος εθνικισμός χρησιμοποιεί παραπλήσια επιχειρήματα για να αποδείξει τη διαχρονική ανωτερότητα της κινεζικής φυλής απέναντι σε όλες τις υπόλοιπες φυλές του κόσμου.
Από την άλλη πλευρά, σπανίως επιστρατεύουμε τη βασισμένη στην εμπειρία και στην ιστορία τους γνώση που μας κληροδότησαν οι τότε κάτοικοι της ίδιας και της αυτής Ελλάδας.
Ετούτο το διάβημα μας πέφτει βαρύ και σε κάποιο βαθμό ενοχλητικό, καθώς ακυρώνει το εκτός ανθρώπινου μέτρου μεγαλείο των «αρχαίων», υπόστρωμα των σημερινών εθνικιστικών και ρατσιστικών ιδεολογημάτων.
Επικαλούμαστε λοιπόν τους αρχαίους και την ιστορία τους μόνο και μόνο για να θυσιάσουμε και αυτούς και την ιστορία τους και την παιδεία που μας κληροδότησαν στον βωμό της θεραπείας των συνδρόμων κατωτερότητας που συνάδουν με τον προβληματικό ελληνικό καπιταλισμό και τη, συνακόλουθα, σχιζοφρενική άρχουσα τάξη: αυτή που διακαώς θα ήθελε να είναι κάτι άλλο -πιο σημαντικό- από αυτό που στην πραγματικότητα είναι.
Στο μέσον περίπου του πέμπτου αιώνα πριν από το δικό μας έτος μηδέν, η εκπαίδευση των νεαρών Αθηναίων γνώρισε μια σημαντική τομή.
Ως τότε η διδασκαλία των παιδιών περιοριζόταν στα στοιχειώδη: ανάγνωση, γραφή, πρακτική αριθμητική.
Η ειδική μαθητεία περιοριζόταν σε συγκεκριμένα πεδία: τη μουσική, τον αθλητισμό, τις πολεμικές τέχνες.
Το «πολιτικό» -αν το ορίσουμε έτσι- σκέλος της εκπαίδευσης, η παιδεία, όπως σήμερα θα την ονομάζαμε, ανήκε στις αρμοδιότητες της «πόλης» και ήταν φυσικά κοινή για όλους τους πολίτες, οι οποίοι, μόλις ωρίμαζαν ηλικιακά, θα μετείχαν στη διαχείριση των κοινών.
Οι θρησκευτικές τελετές, οι θεατρικές παραστάσεις, η συμμετοχή στα πολιτικά ή στα δικαστικά σώματα, η εναλλαγή στα δημόσια αξιώματα ήταν μέρος αυτού του συστήματος, όπου η γνώση δενόταν με την πολιτική και από κοινού υπηρετούσαν την «πόλη».
Η τραγωδία -Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης- ήταν το κορυφαίο δείγμα αυτής της βαθύτατα πολιτικής αγωγής.
Η αλλαγή στην οποία αναφερθήκαμε αφορούσε την εμφάνιση των «σοφιστών» στην ισχυρή και πλούσια πλέον Αθήνα. Επρόκειτο στην ουσία για δασκάλους, προερχόμενους από κάθε σημείο του ελληνικού κόσμου, οι οποίοι αναλάμβαναν με αμοιβή την ιδιαίτερη διδασκαλία όσων είχαν να πληρώσουν.
Με τον τρόπο αυτό η εκπαίδευση έπαψε να είναι κοινή και ως εκ τούτου έπαψε να είναι «πολιτική» με την έννοια της ένταξής της στη δημοκρατική λειτουργία της «πόλης».
Η έννοια της «ισηγορίας» -το δικαίωμα που είχε κάθε πολίτης της αρχαίας Αθήνας να παίρνει τον λόγο και να εκφράζει τις απόψεις και τις προτάσεις του σε κάθε σώμα της «πόλης»- έπαψε προοδευτικά να έχει περιεχόμενο από την ώρα που δημιουργήθηκε μια ελίτ «επαϊόντων».
Οι τελευταίοι αυτοί αντλούσαν από την «αγορασμένη» τους εκπαίδευση πραγματικό ή φανταστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες.
Εξυπακούεται ότι το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που τους πρόσφεραν οι «σοφιστές» ευθυγραμμιζόταν με τις κοινωνικές και πολιτικές φιλοδοξίες των μαθητών τους και αποκτούσε έναν ταξικό, ολιγαρχικό προσανατολισμό.
Και φυσικά, καθώς αυτό το σύστημα αποσκοπούσε στη δημιουργία ανθρώπων «που διέφεραν», περιφρονούσε τις αντιλήψεις, τους μύθους, τους θρύλους, τις δοξασίες των υπόλοιπων πολιτών. Περιφρονούσαν τον «λαϊκισμό», θα το λέγαμε με τα σημερινά σταθμά και μέτρα.
Η διάσπαση του σώματος των πολιτών σε δυνάμενους και μη δυνάμενους να «αγοράσουν» εκπαίδευση ήταν καταλυτική για το μέλλον της αθηναϊκής δημοκρατίας εξέλιξη.
Να μην ξεχνούμε ότι το πολιτικό αυτό σύστημα πατούσε πάνω σε ένα πλήθος δούλων, που με την εργασία τους εξασφάλιζαν στους πολίτες-ιδιοκτήτες τους τον απαραίτητο για την άσκηση των συλλογικών πολιτικών καθηκόντων τους ελεύθερο χρόνο, αλλά και σε ένα πλήθος «μετοίκων», που κρατούσαν στα χέρια τους εμπόριο, πιστωτικό σύστημα και υπηρεσίες και εξασφάλιζαν αντίστοιχο με τους προηγούμενους πλεονέκτημα για τους πολίτες της πόλης.
Οι τελευταίοι μπορούσαν έτσι να μετέχουν ισότιμα στην πολιτική και στον πόλεμο ή μάλλον να μετέχουν ισότιμα στον πόλεμο και γι’ αυτό να είναι ισότιμοι και στη διακυβέρνηση της πόλης.
Στα 399 ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο από ένα πολυπληθές «πολιτικό» δικαστήριο -με ψήφους 281 υπέρ της καταδίκης και 220 κατά.
Η κατηγορία ήταν ότι εισήγαγε «καινά δαιμόνια» και «διέφθειρε τους νέους της πόλης». Οι κατήγοροι και οι δικαστές του είχαν στον νου τους αυτήν ακριβώς την «αγορασμένη» διδασκαλία, τον διχασμό, την τυραννία και τα δεινά που επέφερε στη δημοκρατία και την πόλη.
Πέθανε με τον τρόπο που ξέρουμε γιατί αυτός, σε αντίθεση με άλλους δασκάλους της Αθήνας, ήταν Αθηναίος πολίτης…
Η επίσκεψη αυτή στο πραγματικό παρελθόν θα είχε ίσως πολλά να πει στον σημερινό περί της παιδείας «διάλογο», που εκτρέπεται αποκλειστικά στο διαδικαστικό (εξετάσεις ή μη), όπως και κάθε άλλη «μεταρρυθμιστική» πρωτοβουλία της μικροαστικής εκδοχής διακυβέρνησης του αστικού και καπιταλιστικού μας καθεστώτος.
(1) Με υπόμνηση τιμής στους μεγάλους δασκάλους των φοιτητικών μου χρόνων, τον Moses Finley, τον George Thomson και τον Pierre Vidal-Naquet
* καθηγητής σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας ΑΠΘ
