Το λευκό κτίριο, παρά το ασυνήθιστα μεγάλο μήκος του, καταφέρνει να παίζει κρυφτούλι με τα δέντρα του απεριποίητου δημόσιου κήπου χάρη στον άψογο σχεδιασμό του και κυρίως το χαμηλό ύψος του.
Ο περαστικός χρειάζεται να ανηφορίσει την οδό Ρηγίλλης για να αποκαλύψει την ταυτότητά του.
Θεμελιώθηκε το 1970 και επτά χρόνια αργότερα άνοιξε τις πύλες του για να στεγάσει το Ωδείο Αθηνών, το παλαιότερο μουσικό ίδρυμα της χώρας. Ιδρύθηκε το 1871 και στεγάστηκε στην οικία Βλαχούτσικου, του Φαναριώτη άρχοντα από τη Βλαχία, που διατηρείται ακόμη στην αρχή της οδού Πειραιώς.
Χρειάστηκε όμως να περάσουν πολλές δεκαετίες για να αποκτήσει κατάλληλη στέγη, παρά το γεγονός ότι το 1937 με τη διαθήκη της Αθηνάς Σταθάτου απέκτησε «προίκα» περίπου 60 εκατ. δραχμές, αλλά το σεβαστό αυτό ποσό έκανε… φτερά λίγο πριν από την Κατοχή, όπως αναφέρει ο Σόλων Κυδωνιάτης στο βιβλίο του «Αι Αθήναι, παρελθόν και μέλλον».
Ατοπήματα
Παραμένει μόνο και έρημο προς την πλευρά της πολύβουης λεωφόρου και αυτό συνδέεται με δύο πολεοδομικά ατοπήματα, που δυστυχώς δεν είναι και τα μοναδικά στη χώρα μας:
*Την κάλυψη του Ιλισού, που αποφάσισε η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά και δεν είχε σχέση μόνο με τη δημιουργία της λεωφόρου. Στις όχθες του, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Αθηναίοι, κατοικούσαν οι Μούσες και κάθισε για να ξεκουραστεί ο Βορέας μετά την απαγωγή της Ωρειθυίας, της όμορφης κόρης του Ερεχθέα.
Στις αρχές του 19ου αιώνα τα πράγματα ήταν πολύ πιο πεζά, αφού ήταν απλώς το ρέμα που εμπόδιζε την ανάπτυξη της νέας πρωτεύουσας προς τα ανατολικά.
Η απέναντι όχθη ήταν γνωστή ως Βαθρακονήσι και μετά την εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία εξελίχθηκε και είναι το Παγκράτι.
Οι αρχικές μελέτες του 1931 προέβλεπαν την κατασκευή δύο παρόχθιων συλλεκτήρων για τα νερά του ποταμού και της βροχής, αλλά το 1939 ο αρμόδιος υπουργός Κ. Κοτζιάς σχεδίασε μια λεωφόρο… κατσαρή για να ευχαριστήσει τους πολιτικούς του φίλους.
Το πρώτο βήμα έγινε με το «θάψιμο» του ποταμού κάτω από την άσφαλτο και το παζλ συμπληρώθηκε σε στάδια μετά τον πόλεμο με τη θέσπιση προνομιακών όρων δόμησης κατά μήκος της ακόμη άδειας λεωφόρου Β. Κωνσταντίνου.
Με το διάταγμα του 1954 τα νέα κτίρια μπορούσαν να έχουν έως και οκτώ ορόφους, σκιάζοντας τα διώροφα που εξακολουθούν να διατηρούνται προς την πλευρά του Αγίου Σπυρίδωνα.
Ο διαγωνισμός
Το ξεχασμένο σχέδιο αφορά τη δημιουργία Πνευματικού Κέντρου σε ολόκληρη τη ζώνη των περίπου 85 στρεμμάτων που ορίζουν οι λεωφόροι Β. Σοφίας και Β. Κωνσταντίνου, όπου υπήρχαν το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο, η Λέσχη Αξιωματικών, οι εκκλησίες της Ριζαρείου και του Αγίου Νικολάου, τα κτίρια της Ριζαρείου, αποθήκες στρατιωτικού υλικού και μια πολυκατοικία αξιωματικών.
Το 1959 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή προχώρησε σε διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που προέβλεπε την ενοποίηση των χώρων, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Εθνικής Πινακοθήκης, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί κυκλοφοριακή μελέτη για το μέλλον της Β. Κωνσταντίνου και της οδού Ριζάρη.
Νικητής του διαγωνισμού ήταν ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος (1903-1992), αρχιτέκτονας, εικαστικός και δάσκαλος, με έργο και θεωρητική παρέμβαση πανευρωπαϊκής εμβέλειας.
Ηταν ο μόνος Ελληνας μαθητής του περίφημου W. Gropius στην αρχιτεκτονική σχολή της Βαϊμάρης και από τότε έμεινε σταθερά προσανατολισμένος στις αρχές του Bauhaus, του κινήματος που κυριάρχησε στον Μεσοπόλεμο και επέβαλε απλότητα, λειτουργικότητα και χρηστικότητα στην αρχιτεκτονική, δίνοντας έμφαση στις «καθαρές» γεωμετρικές φόρμες και πρεσβεύοντας ότι η πρώτη ύλη του κτιρίου περιέχει διακοσμητική δύναμη.
Είχε εφαρμόσει με επιτυχία αυτή τη «συνταγή» στα κτίρια του «Σωτηρία» και στα σανατόρια σε Τρίπολη και Ασβεστοχώρι.
Το 1943 ανέλαβε την έδρα των αρχιτεκτονικών συνθέσεων στο Πολυτεχνείο, αλλά τρία χρόνια αργότερα απολύθηκε λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.
Εγκαταστάθηκε στη Σουηδία, όπου έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως Jan Despo, δίδαξε στα μεγαλύτερα Πανεπιστήμια της χώρας και εκπόνησε σημαντικές μελέτες για κοινωνικές υποδομές πόλεων της χώρας.
Επανεκλέχθηκε καθηγητής στο Πολυτεχνείο το 1963 και αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά την επιβολή της δικτατορίας.
Η μελέτη του, που κέρδισε το πρώτο βραβείο στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 1959 για το Πνευματικό Κέντρο, ακολουθούσε τη λογική της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας, αλλά ορισμένες επιλογές της ήταν ιδιαίτερα πρωτοποριακές για τα ελληνικά δεδομένα, γι’ αυτό και αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία από τους πολιτικούς παράγοντες.
Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, υπαίθριο μουσείο, βιβλιοθήκη, κτίριο χοροδράματος και πλατεία προς την πλευρά της Β. Σοφίας που προϋπέθετε την κατεδάφιση ή τη μετακίνηση του Βυζαντινού Μουσείου.
Από όλα αυτά υλοποιήθηκε μόνον το κτίριο του Ωδείου, που και αυτό έχει την… τσαχπινιά του, αφού δεν ακολουθεί τη γραμμή των δρόμων που το περικλείουν, την κυρίαρχη «παράδοση» της οικοδομικής στη χώρα μας.
Κατασκευάστηκε «λοξά» και κλείνει ένα νοητό τρίγωνο με τη Β. Κωνσταντίνου και τη Ρηγίλλης. Διαθέτει ιδιαίτερα μεγάλο μήκος που φτάνει τα 160 μέτρα, ενώ το πλάτος του είναι 32 μέτρα και το ύψος του περιορίζεται στα 10,50 μέτρα.
Χάρη σε αυτή την επιλογή εξασφαλίζεται φυσικός φωτισμός στους εσωτερικούς χώρους.
Στο εξωτερικό του επενδεδυμένου με πεντελικό μάρμαρο κτιρίου κυριαρχεί η γωνιακή ημιυπαίθρια κιονοστοιχία, που αποτελεί τη μοντέρνα εκδοχή της Στοάς του Αττάλου και είναι η χαρά των skaters.
1. Πρότυπο
Το κτίριο περιλαμβάνει 35 χώρους διδασκαλίας, αίθουσες λυρικής μουσικής (350 θέσεων) και δραματικής τέχνης (150 θέσεων), καθώς και συναυλιακό χώρο για 820 άτομα.
Η άψογη διάταξή τους το καθιέρωσε σε πρότυπο Ωδείο, όπως αναφέρει η ειδική έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, το οποίο διαθέτει το άψογα οργανωμένο αρχείο Δεσποτόπουλου.
2. Οι ανασκαφές
Πίσω από το Ωδείο, προς την πλευρά της οδού Ρηγίλλης, είχε παραχωρηθεί έκταση για το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή, αλλά κατά τις εκσκαφές αποκαλύφθηκε το αρχαίο Λύκειο και το έργο ματαιώθηκε. Μετά τις ανασκαφές αναδείχτηκε ο αρχαιολογικός χώρος που είναι επισκέψιμος.
3. Το Μουσείο
Μπορεί η μελέτη Δεσποτόπουλου για το Πολιτιστικό Κέντρο να έμεινε στα χαρτιά, αλλά το 1972 με τις ευλογίες της χούντας «ξεφύτρωσε» το Πολεμικό Μουσείο στη γωνία της Β. Σοφίας με την οδό Ριζάρη. Ενα κτίριο αμφιλεγόμενης αρχιτεκτονικής που ακόμη και σήμερα διχάζει τους ειδικούς αλλά και τους πολίτες.
